Πέμπτη 29 Μαΐου 2014

"Η οικονομική εξαθλίωση των Κυπρίων..."

Δρ. Ιωάννης Σ. Χριστοδούλου
Ίδρυμα Λυσσαρίδη, 28/05/2014

Παρουσίαση του βιβλίου του Άθω Ερωτοκρίτου:
«Η οικονομική εξαθλίωση των Κυπρίων: μορφές ψυχολογικής αντίστασης» (εκδ. Αιγαίον, 2014)

Ευχαριστώ τον Άθω για την ωραία ευκαιρία που μου έδωσε, να μιλήσω για τη σκέψη του, θεματικά, με αφορμή την έκδοση του καινούργιου του βιβλίου. Η παρρησία του δεν θα άφηνε τη συγκυρία και τα δεινά που ενέσκηψαν εσχάτως ασχολίαστα. Η συνείδηση που έχει πάντα του θεραπευτή, ό,τι κι αν κάνει, και κάνει πολλά, δεν του επέτρεψε ν’ αφήσει το πρόβλημα, ατομικό και συλλογικό, αδιάγνωστο, την ασθένεια χωρίς δική του πρόταση για θεραπεία. Η συμβολή του, όπως κάθε φορά, στη διαύγαση του παρόντος, είναι μοναδικής αξίας. Η προλογική υποστήριξη από τον Βάσο Λυσσαρίδη του πονήματος του Άθω, συμβολισμών έμπλεη. Η σύνολη έκδοση καύχημα του εκδότη.
Η σκέψη του Άθω είναι πολυσυλλεκτική και, γι’ αυτό, εύχυμη. Δεν χρειάζεται, μάλιστα, να πασχίσεις να καταλάβεις, για να σου αποδώσει περιεχόμενο. Προσφέρεται έτοιμη προς ανάγνωση, με επίγνωση η ίδια προσηλωμένη στο καίριο, το προφανώς σημαντικό. Αυτή η προφάνεια, όμως, του σημαντικού, δεν καθίσταται αυτονόητα ορατή. Προϋποθέτει θάρρος του φορέα της, που την καθιστά προφανή, και το θάρρος του αναγνώστη, ν’ αφήσει το σημαντικό που του προσφέρεται να τον επηρεάσει.
Κάτι που υπονοεί στο βιβλίο του ο Άθως, ως ψυχοθεραπευτής, και του προτείνω να το επεξεργαστεί περαιτέρω, είναι η ασθένεια της αποφυγής του σημαντικού και της κατατριβής με το ασήμαντο. Αν τον ρωτούσα, είμαι σίγουρος, θα μου έλεγε ότι ο φόβος αποκρύβει το κρίσιμο, ότι εκείνος προτιμά την αναστροφή της ροπής της σκέψης, από το επικίνδυνο στο ακίνδυνο.
Η οδοιπορία του Άθω στην εξιχνίαση της δυσχερούς συγκυρίας, κοινωνικής και εθνικής, εκκινεί από τη γλώσσα. Βλέπει τη γλώσσα ως όχημα αντίστασης, που, ως άλλος Ίππος του Οδυσσέα, κουβαλά στα σπλάγχνα της αρματωμένους προγόνους, έτοιμους να συμβάλουν στο ξέπλυμα της ντροπής του σήμερα, του αδηφάγου παρόντος της σχετικοποίησης και της δυνητικής κατάργησης της ταυτότητάς μας. Καλά κάνει ο Άθως που αναζητεί την ταυτότητα στη γλώσσα. Δεν υπάρχει πιο στέρεο έδαφος. Στοιβάδες ολόκληρες πετρωμάτων της ιστορικής μας καταγωγής, αρραγείς στο πέρασμα του χρόνου, βρίσκονται κάτω από τη γλώσσα, που μας θυμίζει ποιοι ήμασταν, μιας άλλης μορφής Έλληνες αλλά Έλληνες, τότε, τώρα, κι αν θέλουμε τη γλώσσα μας, στο μέλλον.
Ριζώνουμε στη γλώσσα μας όπως ριζώνουμε στη γη, την άλλη μεγάλη έγνοια του Άθω. Γενιές αναρίθμητες ομιλητών της ελληνικής, οι ίδιες που βάθαιναν στο χρόνο τις ρίζες του Ελληνισμού στην πέτρα των εντολών του πνεύματος του αιώνιου Έλληνα, κατοίκησαν τις στεριές, τις θάλασσες και τις πέτρες που τις ήθελαν και τους ήθελαν. Αυτό δεν έλαβαν υπόψη τους οι κάθε λογής επίβουλοι και άδικοι.
Σήμερα, όπως με ακρίβεια το περιγράφει, οι ορδές των αφιονισμένων ημιάγριων εξ Ανατολών και οι ερπύστριες των κομψευόμενων άγριων εκ Δυσμών έδωσαν τη θέση τους σε μεγαλόσχημους οικονομικούς εκτελεστές. Το αίμα από αυτή, την εύσχημη εισβολή, δεν ρέει όπως άλλοτε, στους δρόμους και τα πλακόστρωτα καλντερίμια αλλά πιο γρήγορα στις φλέβες των ανθρώπων. Τόσο γρήγορα, μάλιστα, όσο δεν αντέχει ο ανθρώπινος οργανισμός, ο ανθρώπινος νους, και τα θύματα, κατά χιλιάδες, αργοπεθαίνουν στα σπίτια τους, ανήμπορα να κατηγορήσουν οποιονδήποτε, αφού ο εχθρός, τώρα πια, δεν έχει πρόσωπο. Γι’ αυτό ο Άθως, παρόλο που κατονομάζει τους υπευθύνους, επικαλείται από την ελληνική μυθολογία, που γνωρίζει καλά, τη μορφή του Μινώταυρου, για να εξηγήσει το φαινόμενο: να μην μπορούν τα θύματα να πιστέψουν στην τύχη τους, να χάνουν τη ζωή τους από αλλόκοτο, εξωπραγματικό, απόκοσμο τέρας.
Τι οδήγησε, όμως, στη γένεση του τέρατος του υδροκέφαλου καπιταλισμού; Άχρηστες επιθυμίες, λέει ο Άθως, δηλαδή επιθυμίες που απορρέουν όχι από την ανάγκη του ανθρώπου να ζήσει, αλλά από την άγνοια του τι χρειάζεται για να ζήσει. Η επίγνωση της χρείας κάνει τα χρειώδη πολύτιμα. Η μη επίγνωση, ωστόσο, οδηγεί στη φενάκη της χρηστικότητας του άχρηστου, και, κατ’ επέκταση, στη λήθη του πραγματικά χρήσιμου. Έτσι ξεχασμένο, το χρήσιμο, καθώς περιέπεσε σε ανυποληψία, άρχισε να γίνεται σπάνιο, δυσεύρετο. Υποχώρησε ως αυτονόητο, για να καταστεί σήμερα, η τροφή για παράδειγμα, η στέγη, το αναγκαίο που μας λείπει, το σημαντικό που κινδυνεύουμε να μην έχουμε, επειδή το ξεχάσαμε.
Το σοκ είναι συγκλονιστικό. Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα και την Κύπρο, στις οποίες εστιάζει την προσοχή του ο Άθως, συρρικνώθηκε δραματικά το προσδόκιμο ζωής και ευτυχίας μεγάλων μαζών του πληθυσμού. Οι νέοι γυρίζουν την πλάτη στις πατρίδες τους, σαν να μην είναι αυτές τα θύματα αλλά οι θύτες της δυστυχίας τους. Πετυχαίνει, λοιπόν, διπλά η επιχείρηση οικονομικής απαξίωσης των χωρών του Νότου. Απεγκαθιστά την εγκατεστημένη ευημερούσα κοινωνία, και στερεί την προοπτική της υγιούς ανάπτυξης και επανεγκατάστασης, καθώς αποστερεί όχι μόνο την ελπίδα αλλά και την αξιοπρέπεια από τους νέους, οι οποίοι γίνονται παρείσακτοι στην ίδια τους τη χώρα, και τίποτα δεν τους ενθαρρύνει να πιστέψουν ότι η χώρα αυτή τους ανήκει, και ότι αυτοί θα τη σηκώσουν πάλι στα πόδια της.
Ακόμα, παραβαίνοντας την τοτεμική εντολή της αλληλεγγύης, που ευφυώς εισάγει ερμηνευτικά στην ανάλυσή του ο Άθως, στερούν από τον ίδιο τους τον εαυτό την ευλογία της βοήθειας που μπορούν να πάρουν από τους συνανθρώπους τους. Όλοι παίζουν, άθελά τους, το παιχνίδι του τέρατος, και γίνονται ευκολότερα τροφή του, εξαντλημένοι καθώς καταλήγουν από τον μεταξύ τους ανταγωνισμό για θέσεις που, τώρα πια, δεν τους εξασφαλίζουν καν την επιβίωση.
Γίνονται, έτσι, «σκουπίδια», όπως εξηγεί ο κοινωνιολογικός αναλυτής και ψυχογνώστης Άθως, ίδια με την αξία των ομολόγων της πολιτείας τους, που τεχνηέντως υποτιμώνται στον παγκόσμιο ορυμαγδό της χρηματικής συναλλαγής, για να πέσουν οι τιμές της γης, των πλουτοπαραγωγικών πηγών, των ανθρώπων των ίδιων, και οι ίδιοι που σταμάτησαν να αγοράζουν, για να συντελεστεί επιτυχώς η υποτίμηση, να έλθουν να εξαγοράσουν την υλική μετά την ηθική υπόσταση των ανθρώπων δίνοντάς τους σκουπίδια, τα οποία, μετά την εξαθλίωση, φαντάζουν νόστιμα εδέσματα. Ένα καλό παράδειγμα, είναι η διά νόμου αποκοπή της πρόσβασης των Ελλήνων στο φρέσκο ελληνικό γάλα, και ο έμμεσος εξαναγκασμός τους, με τον ίδιο νόμο, να καταναλώνουν το γερμανικό ή το ολλανδικό μακράς διαρκείας.
Την εικόνα αυτή, της οικονομικά δυσοίωνης πραγματικότητας, αν τη συμπληρώσουμε με τα σύμβολα, στα οποία αναφέρεται ο συγγραφέας στο τέλος του πρώτου κεφαλαίου του βιβλίου, της κραταιής, ακόμα, κατοχής της Κύπρου, ευλόγως θα ερμηνεύσουμε γιατί σκιαγραφείται έτσι, το πορτραίτο ενός λαού έντρομου, συγχυσμένου, αποπροσανατολισμένου. Το ματωμένο χθες της ιστορίας αιμορραγεί καθημερινά μπροστά στα μάτια μας. Ο ορίζοντας του σημαιοστολισμένου Πενταδάχτυλου φυλακίζει το βλέμμα και βασανίζει το νου, που ξέμαθε να οραματίζεται μια πατρίδα ελεύθερη. Κι εκεί που βρήκε, νόμισε, διέξοδο στη θάλασσα, ήλθε το υπερωκεάνιο του μνημονίου να προσθαλασσώσει το απογειωμένο, έστω τεχνητά, γόητρο, και να θυμίσει στους Έλληνες της Κύπρου ότι μπροστά είναι γκρεμός και πίσω θάλασσα, δική τους μαζί και μανιασμένη. Αριστοτεχνικά περιγράφει ο Άθως την περιδεή  προσωπικότητα του ανθρώπου που έτσι αισθάνεται στις πρώτες ενότητες του δεύτερου κεφαλαίου. Ο φόβος, ο χείριστος των συμβούλων, υποβάλλει τη χειρότερη λύση, που κάνει τον παγιδευμένο να μη σκέφτεται την απελευθέρωσή του και, έρμαιο του εφιάλτη, να θεωρεί την παγίδα του καινούργια ζωή του.
       Χαρακτηριστικό της ικανότητας ενός θεραπευτή εγνωσμένης αξίας όπως ο Άθως, είναι η ακριβής, όσο δυσάρεστη, διάγνωση. Σ’ αυτή θα στηρίξει τη θεραπευτική του, η οποία, κατά τη γνώμη μου, αρχίζει στην τρίτη ενότητα του δεύτερου κεφαλαίου. Εδώ, που μιλάει για την ψυχοπαθολογία των Γερμανών, που αναβαθμίζει έξοχα το συναίσθημα ως μήτρα του πολιτισμού, και εκθέτει την υποκριτική εμμονή στην άτεγκτη συνέπεια ως τη συγκαλυμμένη εξαπάτηση της γερμανικής διαστροφής και την απροκάλυπτη αποκάλυψη της στείρας τους λογικής.
Αναθαρρεί, λοιπόν, ο αναγνώστης, συναισθανόμενος την πολιτισμική ανωτερότητά του, όταν εμφορείται, φυσικά, από τη συνείδηση της στοχαστικής αναφοράς στα πράγματα, που, πρέπει να σκεφτόμαστε, δεν τους ανήκει το χρώμα τους περισσότερο από ό,τι ανήκει στα μάτια μας. Η μόνιμη αυτή διαστρέβλωση που συνείχε το γερμανικό, και ευρύτερα δυτικοευρωπαϊκό πνεύμα ανά τους αιώνες, οδήγησε στις αιματηρές σταυροφορίες, στις αιματοχυσίες των θρησκευτικών πολέμων στην Ευρώπη, και στους δύο παγκόσμιους πολέμους στον εικοστό αιώνα.
Οι διαπιστώσεις αυτές αποτελούν τον προθάλαμο, στον οποίο αρθρώνεται η πρόταση αντίστασης, που διατυπώνει ο Άθως. Απόσειση του φόβου προτείνει, πρωτογενή απομάγευση από τις υποβολές αλλότριων συμφερόντων. Ευθύνη, δηλαδή, επικαλείται. Την ίδια που ο Καντ όριζε ως προϋπόθεση για την ωριμότητα. Γιατί, για πολλά μπορούμε να αποποιηθούμε τις ευθύνες μας. Όχι, όμως, για την ανωριμότητά μας. Δεν έχει νόημα, ούτως ή άλλως. Οι συνέπειές της είναι ανεπίστροφες. Είναι στοιχειώδες να μην ταυτιζόμαστε, τουλάχιστον, σε ό,τι δεν είμαστε ή δεν θα θέλαμε να είμαστε. Ακόμα και στη δεύτερη περίπτωση, έχουμε δικαίωμα να αρνηθούμε τον εαυτό μας. Είναι η προϋπόθεση για να τον αλλάξουμε.
Κι αυτό για να αποφύγουμε την εξασθένηση σε βαθμό αυτοδιάλυσης, εξηγεί στην ένατη ενότητα του δεύτερου κεφαλαίου. Είτε με τη μορφή ακραιφνώς ψυχικών πληγών, είτε, χειρότερα, με την καταρράκωση και των σωματικών λειτουργιών, συντελείται το έγκλημα που, «αθώα», δρομολογούν οι ξένοι, ευκαιριακοί αλλά αδυσώπητοι ταγοί. Το να μην έχουμε ψευδαισθήσεις για τις καταστροφικές αλλοιώσεις, σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο, που μπορεί να συνεπιφέρει η πίεση που ασκούν επάνω στο λιπόσαρκο σώμα των απελπισμένων οι ισχυροί, είναι κρίσιμο.

Ακόμα περισσότερο κρίσιμη, όμως, για τον Άθω, είναι η πεποίθηση ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε, όσο δύσκολο κι αν είναι. Η άγκυρα της πίστης αυτής έχει έδαφος να ακουμπήσει. Είναι το στέρεο έδαφος, στο οποίο οι Έλληνες ακόμα μπορούν να πατούν: το έδαφος της αναφοράς στην ελληνικότητα μέσω της γλώσσας και της γης, που τροφοδοτούν την ελληνική μας μνήμη. Η μνήμη αυτή, πρόσφορη ευτυχώς ακόμη, δεν λάθεψε στη διάρκεια των αιώνων. Οι Έλληνες, διαρκώς στις επάλξεις του αγώνα, το θέλουν δεν το θέλουν, από τη μνήμη τους θα κρατηθούν και τώρα και πάντα. Κείμενα σαν του Άθω μας το υπενθυμίζουν. Τον ευχαριστούμε!     

Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

"Ηττηθήκαμε; Νικήσαμε;..."



ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Το Συμβούλιο Ελληνικού Πολιτισμού και ο Σύλλογος Εργαζομένων της Ε.ΥΔ.Α.Π. σας προσκαλούν στην ομιλία του
Δρος Ιωάννη Σ. Χριστοδούλου (Καθηγητή – συμβούλου στο Ε. Α. Π.)

“Ηττηθήκαμε; Νικήσαμε; Σκέψεις για τη ζωή μας, για την Ελλάδα…”

15 Μαρτίου 2014, 18.00
Πολιτιστικό Κέντρο της Ε.ΥΔ.Α.Π
Λαρίσσης και Ιτέας 2 – Πανόρμου, Σταθμός Μετρό Πανόρμου

Σεμινάρια ακαδημαϊκού έτους 2013 – 2014
Σύλλογος Εργαζομένων της Ε.ΥΔ.Α.Π. - Συμβούλιο Ελληνικού Πολιτισμού

Πυθαγόρας ο Σάμιος




Το Πανεπιστήμιο Κύπρου απόψε, ως όφειλε, φιλοξενεί την παρουσίαση του βιβλίου της κ. Βέρας Κορφιώτη «Αυτός έφα! Πυθαγόρας ο Σάμιος». Το πόνημα της συγγραφέως που τιμάται απόψε, είμαι στην ευχάριστη θέση να δηλώσω, καθιστά την οφειλή του Πανεπιστημίου αυτονόητη. Όπως όλα τα βιβλία της κλάσης του, αποτελεί πρόκληση για τον επιστήμονα που θα το μελετήσει, και πηγή γνώσης και αναγνωστικής απόλαυσης για το κάθε φιλέρευνο πνεύμα που θα του αφιερωθεί για όσο χρειαστεί να το διεξέλθει. Όχι πολύ, πρέπει να πω, παρόλο που πρόκειται για μεγάλο βιβλίο. Αφού η επιδεξιότητα της συγγραφέως του, δεν αφήνει τον αναγνώστη, σε κενά συγγραφικού αυτοθαυμασμού, να σκεφτεί τον χρόνο που δαπανά για να το διαβάσει. Έτσι, το βιβλίο τελειώνει γρήγορα.
Η ανάγνωσή του, εννοώ, γιατί η επίδρασή του είναι μόνιμη. Είναι εκείνη των κειμένων στα οποία θέλεις να επιστρέφεις, για να σιγουρευτείς ότι ο συγγραφέας τους όντως εννοούσε ως σημαντική τη σχέση που θέλησε να αρχίσει μαζί σου με το βιβλίο του. Στο συγγραφικό αυτό έργο της κ. Κορφιώτη, το αφιερωμένο στον πλάνητα φιλόσοφο Πυθαγόρα, διάχυτη είναι η επιστημονική επιφύλαξη, που το καθιστά αξιόλογη ερευνητική απόπειρα. Δεν φείδεται όμως, η συγγραφέας, λογοτεχνικού οίστρου, δεδομένης αξίας, που ενεργοποιεί ο, ζωοποιός για το κείμενο, θαυμασμός του προσώπου του φιλοσόφου, του οποίου φιλοτεχνεί το πορτραίτο.
Αυτός ο ύμνος της, των 450 σελίδων, του Πυθαγόρα της Μεγάλης Ελλάδας, με όλες τις σημασίες της έκφρασης, συνδυάζει την πίστη στην απόδοση των θεωριών του Δασκάλου, την έγνοια για τις ιστορικές λεπτομέρειες, που είναι συγκεχυμένες, και τη μετριοπάθεια στην ερμηνεία αμφοτέρων. Μια διαλεκτική προσέγγιση, δηλαδή, εμποτισμένη από τη συνείδηση του τολμήματος που επιχειρεί: να ανασυνθέσει τη μυστική ζωή και σκέψη της πιο κρυπτικής φιλοσοφικής φυσιογνωμίας του αρχαίου κόσμου, του φιλοσόφου που πρώτος επεχείρησε να κάνει από τη σκέψη του σχολή, από τη σχολή του να διδάξει τρόπο ζωής, και από τον τρόπο αυτό της ζωής να υψώσει κλίμακα προς την αιωνιότητα. Όλοι οι φιλόσοφοι, τουλάχιστον, θα ήθελαν ο Πυθαγόρας να είναι προφήτης˙ του μεγαλείου, τουλάχιστον, της φιλοσοφίας˙ της αξίας της στους αιώνες…   
Σήμερα, που τόσο μας χρειάζονται οι προφήτες, η κ. Κορφιώτη μας προσφέρει με εύγλωττη γενναιοδωρία έργο της, που προϋπέθεσε πολύ από τον χρόνο της και κόπο, για να μας θυμίσει ότι το πλήθος των προφητών, στις μέρες μας, παραπέμπει στην τραγικότητα της ιστορικής συγκυρίας, όχι στην ευκολία της. Γιατί αυτό το πλήθος, των δασκάλων, των δημόσιων ταγών κάθε είδους, φανερώνει την ανοχή των ακροατών τους. Η αμάθεια είναι η μόνη τους – αλλά όχι σωτήρια - δικαιολογία.
Αν ο ίδιος ο χαμός του Πυθαγόρα, τελικά, και η καταστροφή της σχολής του, οφείλεται στην αδυναμία του φιλοσόφου να σκεφτεί και να επηρεάσει τους Κροτωνιάτες, να προτείνει λύση για το πρόβλημα των ικετών από τη Σύβαρη, τότε μπορεί κανείς να καταλάβει γιατί ο ιστορικός χρόνος επισωρεύει τόσα δεινά στα γένη των ανθρώπων. Αν ο Πυθαγόρας, ο γεννήτορας και πνευματικός πατέρας της φιλοσοφίας, που της έδωσε κιόλας το όνομα, δεν μπόρεσε να σκεφτεί ότι δεν μπορείς να λύσεις ένα πρόβλημα με θεωρίες, όσο ελκυστικές, αν αγνοήσεις τον παράγοντα που σου θέτει το πρόβλημα, τους 500, εν προκειμένω, ή όσους θέλησαν να κάνουν το πρόβλημά τους πρόβλημα του Κρότωνα, τότε τι να περιμένεις από εκείνους που, ως άλλοι ικέτες από τη Σύβαρη, υπόσχονται στον άνθρωπο να λύσουν τα προβλήματά του, κάνοντας τα δικά τους προβλήματα δικά του;
Έφταιγε ο Πυθαγόρας; Όχι. Το βιβλίο της κ. Κορφιώτη μας θυμίζει ανάμεσα σε  άλλα πολλά, ότι η σοφία, όσο κι αν είναι υψηλή, και του Πυθαγόρα ήταν, κρίνεται στην εφαρμογή της. Το «ευ πράττειν» δεν εξαρτάται από αυτό που σκέφτομαι, αλλά από τη δοκιμασία αυτού που σκέφτομαι στην πράξη. Η φιλοσοφία, του Πυθαγόρα εν προκειμένω, λοιπόν, δεν είναι σπουδαία γι’ αυτό που είναι, αλλά γι’ αυτό που γίνεται όταν μπορεί να γίνει κανόνας μιας δικαιωμένης ζωής. Το πόσο συναρπαστικός είναι ο αγώνας αυτός, του φιλοσόφου και των μαθητών του, η κ. Κορφιώτη καταφέρνει στο βιβλίο της να το μεταφέρει στον αναγνώστη. Συγχαρητήρια!

(Παρουσίαση του βιβλίου της Βέρας Κορφιώτη "Αυτός έφα! Πυθαγόρας ο Σάμιος", Πανεπιστήμιο Κύπρου, 05-03-2014)

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

Οι τρεις Ιεράρχες: πρότυπα παιδείας


Η καθιέρωση της εορτής των τριών Ιεραρχών χάνεται στα βάθη του 11ου αιώνα, και την επέβαλαν κυρίως ιδεολογικοπολιτικοί λόγοι. Η σύνδεση της εορτής αυτής με την εκπαίδευση, επίσης, συντελείται για παρόμοιους λόγους στην Ελλάδα, τον 19ο αιώνα. Τόσο στη διάρκεια της ζωής τους, όσο και μετά τον θάνατό τους, ο Βασίλειος, ο Γρηγόριος και ο Ιωάννης, έγιναν σύμβολα, που εξυπηρέτησαν ποικίλες σκοπιμότητες. Και οι τρεις θα προτιμούσαν, όμως, να μην είναι ιεράρχες, και να ζουν βίο ασκητικό, στοχαστικό, βίο προσφοράς επίσης, αλλά μακριά από τον κοινωνικό διαγκωνισμό, τον ανταγωνισμό για την πολιτική και εκκλησιαστική εξουσία, που στοίχισε και στους τρεις πολύ, και συντόμευσε τη ζωή τους δραματικά.
Με το παράδειγμά τους ωστόσο, τελικά, έδειξαν πώς ζει ένας άνθρωπος της παιδείας, του πολιτισμού, και είναι ίσως, αυτός, ο σημαντικότερος λόγος που αξίζει να τους μνημονεύουμε ετησίως, και να κάνουμε τη γιορτή τους ευκαιρία στα σχολεία, για να μιλάμε για την παιδεία. Σπούδασαν και οι τρεις φιλοσοφία, ελληνική φιλοσοφία. Όλη τους η θεολογική σκέψη, που είναι χριστιανική φυσικά, δεν θα είχε την πρωτοτυπία που έχει, αν δεν είχαν εκπαιδευτεί στη δημιουργική σκέψη από ρήτορες και φιλοσόφους.
Η πρωτότυπη σκέψη τους, όμως, δεν κατατίθεται απλώς με τη συγγραφική τους δεινότητα στα έργα και τις ομιλίες τους, τους διαπρύσιους δημόσιους λόγους τους, τις επιστολές τους. Ήταν έκφραση ενός ήθους αδιαπραγμάτευτου, που τους καθοδηγούσε απαρέγκλιτα σε ένα αυστηρά ασκητικό προσωπικό βίο, και στον κοινωνικό τους βίο, ο οποίος ήταν πλήρης αυταπάρνησης και θυσίας στα ιδεώδη της πίστης τους.
Και είναι, ίσως, αυτοί οι άνθρωποι, οι έτσι πεπαιδευμένοι, που πρέπει να ασχολούνται με τα κοινά: οι άνθρωποι με πρωτότυπη σκέψη. Οι τρεις Ιεράρχες προχώρησαν τον Χριστιανισμό εκεί που βρίσκεται σήμερα, όχι μόνο με το έργο τους το σχετικό με το θεολογικό δόγμα, αλλά, κυρίως, με τις κοινωνικές παρεμβάσεις τους, με τις ρηξικέλευθες ιδέες τους, που τις έκαναν πράξη, με την τόλμη τους, να τα βάζουν με την καθεστηκυία τάξη.
Λείπουν αυτά τα στοιχεία από την παιδεία σήμερα. Για να συνοψίσω: η γλωσσική καλλιέργεια. Οι Ιεράρχες εκπαιδεύτηκαν και έγιναν δεινοί, απαράμιλλοι ρήτορες, δημιουργοί της ελληνικής γλώσσας στην εποχή τους. Η φιλοσοφική σκέψη. Οι Ιεράρχες ήταν φιλόσοφοι – θεολόγοι. Εκπαιδεύτηκαν στις καλύτερες φιλοσοφικές σχολές της εποχής, από τους επιφανέστερους φιλοσόφους. Η αντισυμβατική στάση. Οι ιεράρχες επέφεραν βαθιές τομές στο κοινωνικό τους περιβάλλον. Ως δημόσια πρόσωπα, επίσκοποι, με επιρροή σε μεγάλους πληθυσμούς, κατήγγειλαν τη διαφθορά, την ανισότητα, την αναξιοπρέπεια.
Ας πάρουμε λοιπόν, ένα – ένα, τα τρία σύμβολα παιδείας των Τριών Ιεραρχών: τη γλώσσα, τη σκέψη και την κοινωνική στάση, κι ας δούμε τη θέση τους στην εκπαίδευση των καιρών μας. Στις μέρες μας όλοι μιλούν για τη γλώσσα αλλά όχι για την αξία της γλωσσικής άσκησης. Λες και η γλώσσα είναι δοσμένη από τη γέννηση, ως έτοιμο εκφραστικό όργανο, ικανό να αποδώσει έννοιες με περιεχόμενο το απόσταγμα της πραγματικότητας στη συνείδηση. Η γλώσσα διδάσκεται και μαθαίνεται, και μάλιστα διά βίου, αφού, όσο πιο σύνθετα και με επάρκεια εκφράζεται κανείς, τόσο καλύτερα αντιλαμβάνεται πόσο είναι δύσκολο να μιλήσει όσο και όπως θα ήθελε…  
Η σκέψη, επίσης, ως πρωτότυπο προϊόν μιας δημιουργικής πνευματικής προσπάθειας, δεν προβάλλεται επαρκώς ως ζητούμενο της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Πριμοδοτείται και επιβραβεύεται η πιστή αντιγραφή ιδεών, η δουλική απομίμηση σκέψεων, η συμβατική αναπαραγωγή ιδεολογημάτων. Καλός μαθητής είναι ο ικανός να μάθει πολλά, και όχι ο ικανός να σκεφτεί διαφορετικά. Στον πολιτισμό που οι πληροφορίες κάθε είδους αποκτούν αξία, δεν έχει σημασία τι σκέφτεσαι αλλά τι ξέρεις. Μαθαίνουμε τα παιδιά μας να περιγράφουν, και δεν μας νοιάζει αν τολμούν να ερμηνεύουν. Καλύτερα, μάλιστα, να μην τολμούν.
Μια τέτοια εκπαιδευτική διαδικασία, όπως είναι φυσικό, λειτουργεί καταλυτικά για την ανθρώπινη ζωή. Προετοιμάζει πειθήνιους και εύπιστους συμμετόχους σε ένα κοινωνικό γίγνεσθαι στο οποίο γίνονται ταχέως αναλώσιμα και ανακυκλώσιμα υλικά, είτε ως δήθεν πετυχημένοι είτε ως, δυστυχώς όλο και περισσότερο, αποτυχημένοι του συστήματος. Σπασμωδικά μόνο ενοχοποιείται το κοινωνικο - οικονομικό κατεστημένο, ενώ, στην πραγματικότητα, αυτοί που διασύρονται είναι όσοι δεν επιβιώνουν. Ο Χρυσόστομος, όμως, δεν έχανε ευκαιρία, αν και σε ηγετική θέση, ως Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, να κατακεραυνώνει την κοσμική και θρησκευτική εξουσία, να στηλιτεύει την υποκρισία και τη διαφθορά κοσμικών και θρησκευτικών ταγών.
Φυσικά, δεν είναι εύκολο να παραβλέψει κανείς πως είναι δύσκολο να πάρουμε ως παραδείγματα, και να στοιχίσουμε την παιδεία σε τέτοια πρότυπα, όπως οι τρεις Ιεράρχες. Είναι πιο εύκολο να σταθεί ένα εκπαιδευτικό σύστημα που αναβάλλει τις δύσκολες αποφάσεις, που προκρίνει την απασχόληση από την πολιτική πράξη, που προωθεί την αποστήθιση δοκιμασμένων, μη εκρηκτικών γνώσεων. Είναι λιγότερο επίφοβο να σταβλίζεις τους ανθρώπους, από το να τους μάθεις να τρέχουν ελεύθεροι.
Μήπως, όμως, πάντα ο πολιτισμός βρίσκει έδαφος να αναπτυχθεί, παρ’ όλες τις ανασχέσεις; Όχι πάντα. Ο πολιτισμός προωθείται όταν άνθρωποι που εκπαιδεύτηκαν για να είναι ελεύθεροι, πάρουν τα ηνία του πολιτισμού στα χέρια τους. Τέτοιοι υπήρξαν οι τρεις Ιεράρχες. Ως απελεύθεροι της εποχής τους, έγιναν δάσκαλοι στο σχολείο του μέλλοντος. Και το μέλλον αυτό θα τους θυμάται για πολύ, όσο υπάρχουν μαθητές έτοιμοι να ενθουσιαστούν από μαθήματα ελευθερίας. Και τέτοιοι θα υπάρχουν πάντα!
Η ευθύνη, έτσι, πέφτει ολόκληρη στους ώμους των δασκάλων. Οι τρεις Ιεράρχες εξέφρασαν στην εποχή τους το πνεύμα του Ηράκλειτου και του Σωκράτη, των πρώτων δασκάλων του Ελληνισμού. Από την απώτατη αρχαιότητα, δάσκαλος δεν ήταν εκείνος που γνώριζε πολλά. Ήταν εκείνος που σκεφτόταν πολύ και πρωτότυπα, και γι’ αυτό μπορούσε να προσελκύσει το ενδιαφέρον των ακροατών, των μαθητών του. Ο δάσκαλος δημιουργεί γνώση, δεν την αναπαράγει. Επινοεί μεθόδους διδασκαλίας, μάθησης· δεν τις αντιγράφει. Η πολυπόθητη αναγέννηση του ανθρώπου, η κοινωνική μεταρρύθμιση, από τέτοιες διαδικασίες παιδείας προέρχεται, από τον ζήλο για την παιδεία ανθρώπων όπως οι τρεις Ιεράρχες.

                 Ομιλία στον Δήμο Δερύνειας, 30 Ιανουαρίου 2014 

Φιλοσοφία: το ελληνικό ελιξίριο της υγείας


Η ιατρική θεωρείται η σημαντικότερη επιστήμη,  οι γιατροί οι πιο χρήσιμοι επιστήμονες, και η υγεία το σημαντικότερο αγαθό. Στη συλλογιστική αυτή, όμως, υπάρχει κενό. Ο ιατρός έρχεται μαζί με την ασθένεια, και γι’ αυτό η ιατρική είναι σημαντική. Χρειάζεται η ιατρική όταν αρρωστήσουμε. Όσο έχουμε υγεία, δεν επιβλέπει κανείς πώς διαχειριζόμαστε τη ζωή μας. Οι ίδιοι εμείς θεωρούμε την υγεία δεδομένη. Κι όταν αρρωστήσουμε, με ασθένειες εύκολα ιάσιμες καθεαυτές, πάλι αισθανόμαστε σίγουροι, επειδή υπάρχουν οι γιατροί. Όπως δεν πιστεύουμε ότι οι ασθένειες εξαρτιούνται από εμάς, ούτε, θεωρούμε, η θεραπεία τους. Σε κάποιες περιπτώσεις, όντως, αυτό συμβαίνει: όταν τραυματιστούμε, όταν ενδογενή νοσήματα εκδηλωθούν, μη ιάσιμα χωρίς χειρουργική επέμβαση, μια δυσλειτουργία ενός οργάνου κτλ. Τότε η ιατρική σώζει ζωές.
Μήπως, όμως, υπάρχουν ασθένειες, και μάλιστα αρκετές, που οφείλονται σε αμέλεια για την υγεία, ασθένειες με ευθύνη του ασθενή; Η προληπτική ιατρική έχει πολλά να πει, εν προκειμένω. Εναπόκειται, όμως, μόνο στη σωστή διατροφή, την άσκηση και τον επαρκή ύπνο η διασφάλιση της υγείας; Όσα, δηλαδή, επιτάσσει η επιστήμη της πρόληψης; Αν αυτά αρκούν, γιατί αρκετοί δυσκολεύονται να τα τηρήσουν; Αδιαφορούν για την υγεία τους; Μήπως χρειάζεται, εν προκειμένω, ένα άλλο είδος μέριμνας; Μήπως, ακόμα και για να προσέχει κανείς τον εαυτό του, χρειάζεται νοητική προπαρασκευή και προετοιμασία, μια στάση, δηλαδή, όχι άμεσα ασκητική αλλά πρωτογενώς στοχαστική; Αυτά και άλλα ερωτήματα θα επιχειρήσω να φωτίσω απόψε, με την πεποίθηση ότι η ελληνική φιλοσοφική σκέψη, όπως ξεδιπλώθηκε στην αρχαιότητα, έχει μια μυστική διάσταση, που η σημασία της διατρέχει την ανθρώπινη διαχρονία, όπως όλες οι μεγάλες αλήθειες ανά τους αιώνες. Μήπως η φιλοσοφική σκέψη, αυτή η ελληνική επινόηση, δεν είναι απλώς πλούσια σκέψη αλλά ένας τρόπος σκέψης ξεχωριστός, από τον οποίο απορρέουν δυνάμεις απαραίτητες για την υγεία ή την ίαση του σώματος; Μπορούμε σήμερα να βιώσουμε κάτι από εκείνο που ζούσαν οι αρχαίοι φιλόσοφοι, ο Σωκράτης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Επίκουρος και πολλοί άλλοι; Αν η υπόθεση εργασίας μας είναι σωστή, μπορούμε. Σίγουρα, δεν ήταν απλώς έξυπνοι άνθρωποι. Ήταν, χάρη στη Φιλοσοφία, φυσιολογικά διαφορετικοί. Απόδειξη της δύναμής τους ήταν η ίδια η φιλοσοφία τους.
Οι άνθρωποι, δηλαδή ανθρώπινες ζωές, άγονται και φέρονται, ιστορικά, από δοξασίες, γνώμες, πίστεις, θεωρίες για τον άνθρωπο, γι’ αυτό που είναι ο άνθρωπος. Κι ενώ είναι πολύ σημαντική αλήθεια αυτή, δεν την ξέρουμε, γιατί δεν διδάσκεται, δεν τονίζεται, δεν προβάλλεται. Αυτό που γίνεται, είναι ασυνείδητα οι άνθρωποι να ενστερνίζονται τη μια ή την άλλη γνώμη ή θεωρία γι’ αυτό που είναι, και με αυτή να πορεύονται. Ακόμα κι εκείνοι που προωθούν τη μια ή την άλλη θεώρηση, το κάνουν συχνά επειδή πράγματι πιστεύουν σ’ αυτή.
            Παράδειγμα μιας τέτοιας σκέψης, στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού, είναι η σκέψη που διαχωρίζει σώμα και πνεύμα, και η ιδέα ότι ο νους εργάζεται για τη σωτηρία του πνεύματος ή, αλλιώς, της ψυχής. Πρόκειται για τον κανόνα 1752 της Καθολικής Εκκλησίας: "… the salvation of souls, which must always be the supreme law in the Church, is to be kept before one’s eyes." Τα μάτια, εδώ, είναι η νοητική εποπτεία.
Και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, όμως, στο Περί σωτηρίας ψυχής, λέει τα εξής:
«Μὴ φεισώμεθα, ἀδελφοὶ, τῶν ἑαυτῶν σωμάτων, ἀλλὰ ταῦτα κατατρίψωμεν, ἐπειδὴ Μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες, μακάριοι οἱ πενθοῦντες. Τὸ γὰρ σῶμα πηλός ἐστι· …μέγα δὲ ἰδέσθαι ψυχὴν χωριζομένην τοῦ σώματος· …ὦ ἀθλία ψυχὴ, ὁ ἥλιός σου ἔδυνεν, ὁ χρόνος σου τετέλεσται· ὁ Θεὸς ἐκέλευσεν ἐκ τοῦ σώματός σου χωρίσαι σε.»
Αυτά, προφανώς, είναι το νοητικό προϊόν της σκέψης για την αξία του σώματος και την αξία του πνεύματος. Πεντακάθαρος είναι ο διαχωρισμός ανάμεσα στο σώμα και το πνεύμα, στην Προς Κορινθίους επιστολή του Παύλου: «σπείρεται σῶμα ψυχικόν (σώμα που το ζωοποιούσε η ψυχή), ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν. ἔστι σῶμα ψυχικόν (δηλαδή ζωικό), καὶ ἔστι σῶμα πνευματικόν…» (15:44)
Απόψε θα επιχειρήσουμε να συμπληρώσουμε αυτή τη θεώρηση, και να στοιχειοθετήσουμε μια θεωρία, σύμφωνα με την οποία ο νους μπορεί να εργαστεί για τη σωτηρία του σώματος, δηλαδή για την υγεία. Φυσικά το σώμα, στο τέλος, δεν σώζεται, και δεν μπορεί παρά να έχει δίκιο εδώ ο Χρυσόστομος αλλά και άλλοι Πατέρες της Εκκλησίας. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο νους δεν μπορεί να εργαστεί για την υγεία. Στον Χριστιανισμό, φυσικά, μια τέτοια εργασία του νου θα συμπεριελάμβανε σκέψεις για αμαρτίες, οι οποίες διακυβεύουν την υγεία.
Οι αμαρτίες είναι σφάλματα, εξ ορισμού, στη διαχείριση της ζωής, του εαυτού μας. Το σφάλμα είναι νοητική αστοχία, φυσικά, αλλά όχι μόνο. Είναι αναπόφευκτη, κάποτε, πράξη ή παράλειψη, λογικά επόμενη στη διαδικασία της ανθρώπινης ζωής. Αυτό σημαίνει ότι ο νους δεν αναμένεται να μπορεί να την αποτρέψει. Αν λοιπόν οι ασθένειες, ακόμα και από αμαρτίες, είναι αναπόφευκτες, οφείλουμε να σκεφτούμε αν ο νους μπορεί να κάνει κάτι περισσότερο από το να διαπιστώνει μια αμαρτία και να αφήνεται έρμαιο στην απόγνωση για το παρελθόν και τον φόβο για το μέλλον. Σε κάθε περίπτωση, ο Ιησούς “συγχωρούσε” εύκολα τις αμαρτίες. Δεν τις θεωρούσε λόγο για την ψυχική συντριβή του ανθρώπου, για την ακύρωση της ζωής του. Σοβαρά θεωρούσε τα πάθη του σώματος, τις ασθένειες, για τις οποίες έκανε θαύματα. Δεν θεωρούσε, μάλιστα, όπως οι Εβραίοι, ότι οι ασθενείς “πληρώνουν αμαρτίες”, δικές τους ή των γονιών τους. 
Υπό το ίδιο πρίσμα κι εμείς, δεν καταλογίζουμε παραλείψεις και σφάλματα στη σκέψη του Παύλου ή των Πατέρων. Οφείλουμε, όμως, να επισημάνουμε ότι νοητικές κατασκευές κυριαρχικές για λόγους θρησκευτικής ομοιομορφίας ή πολιτισμικών καταβολών, δεν είναι εύλογο να αφήνονται μόνες να καθορίζουν την εικόνα του ανθρώπου για τον εαυτό του, αλλά πρέπει, από εκείνους που είναι σε θέση να το κάνουν, να φωτίζονται και  να συμπληρώνονται.
Η δική μας υπόθεση εργασίας, είναι ότι ο νους μπορεί να κάνει πολλά για το σώμα, για την υγεία, την οποία, εναρκτικά, ορίζω ως εξής. Υγεία είναι η κατάσταση στην οποία το σώμα α) δεν ασθενεί καθεαυτό, β) επειδή του το επιτρέπει ο νους και γ) επειδή αναλαμβάνει ο νους την ίασή του.
Ερχόμαστε, επομένως, στο ρόλο που μπορεί να παίξει η Φιλοσοφία για την υγεία, αφού είναι μια σημαντική, ή, ίσως, η σημαντικότερη νοηματοδοτική λειτουργία του ανθρώπινου νου. Ισχυρίζομαι, εν προκειμένω, ότι πρόκειται για το ελληνικό ελιξίριο για την υγεία, γιατί οι αρχαίοι Έλληνες, πρώτοι, απέδειξαν ότι ο ανθρώπινος νους μπορεί να παραγάγει τέτοιο νόημα, δηλαδή φιλοσοφικό. Το γιατί μπορεί να είναι ελιξίριο για την υγεία, με βάση τον ορισμό της υγείας που δώσαμε προηγουμένως, θα προσπαθήσω να το αποδείξω στη συνέχεια.
Πρωταρχικό, για τη φιλοσοφική σκέψη, είναι το ερώτημα «τι είναι», όταν αυτό δεν μπορεί να πάρει απάντηση από την περιγραφή μιας εμπειρίας. Αν το ερώτημα αφορά, για παράδειγμα, σε υλικά αντικείμενα, όπως, ας πούμε, ένας σβώλος χώμα, δεν είναι φιλοσοφικό. Για να απαντήσεις σε φιλοσοφικά ερωτήματα, δεν αρκεί να βλέπεις, να ακούς, να αισθάνεσαι. Πρέπει να κινείσαι! Αν, για παράδειγμα, το ερώτημα είναι «τι είναι η ψυχή», για τη σωτηρία της οποίας μιλήσαμε στην αρχή, πρέπει να κινηθείς με τη σκέψη, νοητικά, σαν προς μια κλειστή θύρα, στην οποία επικρέμαται η επιγραφή «ψυχή», και είναι η θύρα της έννοιας της ψυχής, και να επιχειρήσεις να την ανοίξεις. Όταν αισθάνεσαι, το περιγράφω σχηματικά, είσαι ακίνητος. Όταν σκέφτεσαι, κινείσαι!
Έτσι, για να θυμηθούμε πώς αρχίσαμε, όταν εφαρμόσω τη φιλοσοφική σκέψη στον άνθρωπο, και, πιο συγκεκριμένα, στον εαυτό μου, ερωτώντας τι είναι ο άνθρωπος ή τι είμαι εγώ, πρέπει να αισθανθώ ότι κινούμαι, για να ανοίξω μια κλειστή πόρτα, όπως είπα πριν, ή σε μια πορεία στην έρημο. Συνήθως, όμως, μια ακατάλυτη μοίρα μάς ωθεί να ορίζουμε παθητικά τον εαυτό μας, να μιλάμε για τον εαυτό μας λέγοντας πως είμαστε το ένα ή το άλλο, όχι όμως ότι είμαστε ένα σώμα, ένα ψυχικό σώμα, ένας ψυχικός άνθρωπος, για να χρησιμοποιήσω την ορολογία του Παύλου, δηλαδή ένα ζωντανό σώμα, ένας ζωντανός άνθρωπος. Ο ζωντανός οργανισμός αυτός σκιάζεται από τους ποικίλους αυτοκαθορισμούς μας. Το εγώ μας, έτσι, δεν είναι το σώμα! Όταν λέμε «εγώ» δεν εννοούμε το σώμα. Συνήθως λέμε ότι «έχουμε» ένα σώμα, εννοώντας ότι το κατέχουμε, σαν να μην είμαστε εμείς αυτό. Είναι άλλο, φυσικά, να πούμε «είμαι το σώμα μου», ακόμα κι αν, όταν το λέμε, το σώμα είναι έννοια. Αν ρωτήσουμε, έτσι, «τι είναι το σώμα», και κινηθούμε προς την έννοια, είναι σαν να κινούμαστε προς το σώμα. Το σημαντικό, φυσικά, είναι ότι έτσι το σώμα αποκτά μια αυθυπόσταση, μια ανεξαρτησία, και αυτή η έννοια, στη φιλοσοφική υγειολογία που επιδιδόμαστε σήμερα, θα μας χρειαστεί.
Ας επανέλθουμε, όμως, στη Φιλοσοφία καθεαυτήν, για την οποία, ήδη, έχουμε αναφέρει αρκετά, καθοριστικά στοιχεία. Όταν αναφέρομαι στην ελληνική Φιλοσοφία, δεν εντοπίζω την προσοχή μου στο περιεχόμενο των ιδεών. Η πλάνη ότι οι ιδέες καθεαυτές, ως περιεχόμενο, μπορούν να επιφέρουν οποιαδήποτε ίαση, έστω ψυχική καθεαυτήν, είναι πολύ διαδεδομένη. Οι γνωστικές – συμπεριφορικές ψυχοθεραπείες αλλά και η ψυχοθεραπεία της θετικής σκέψης και θρησκευτικά δόγματα για την ψυχική υγεία, στηρίζονται κατεξοχήν σε αυτή την πλάνη. Οι συμπεριφοριστές κλινικοί ψυχολόγοι, εν προκειμένω, κάνουν τρία λάθη. Το πρώτο είναι ότι χαρακτηρίζουν τους ανθρώπους που άγονται και φέρονται από ενοχικές ιδέες για τον εαυτό τους, ψυχασθενείς. Το δεύτερο είναι ότι θεωρούν τις ιδέες αυτές γνωστικά σχήματα. Το τρίτο είναι η θεωρία ότι αν αντικατασταθούν με άλλες ιδέες οι «προβληματικές» μπορούν οι «ασθενείς» να θεραπευθούν.
Πρόκειται για κρίσιμα σφάλματα, γιατί α) παραγνωρίζεται ότι η δυσθυμία είναι αποτέλεσμα των συνθηκών της ζωής, καθοριστικές για τις οποίες είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, σε σχέση με τις οποίες δεν μπορεί κανείς να κάνει λάθος, και να σκέφτεται, τρόπον τινά, εσφαλμένα, αφού, ακόμα και αν οι αυτοκαταγγελτικές  ιδέες που τις συνοδεύουν έχουν να κάνουν περισσότερο με την προσωπική αδυναμία και λιγότερο με τη δύναμη των άλλων, το γεγονός της δυσχέρειας δεν αλλάζει. β) Οι ιδέες αυτές είναι αυτόματο προϊόν κάθε ανθρώπινης συνείδησης, και δεν αποτελούν «μειονεξία» κάποιων οιονεί ψυχασθενών, οι οποίοι δεν αντιλαμβάνονται “ορθά” την πραγματικότητα. Και γ) δεν αντικαθίστανται οι ιδέες αυτές από άλλες μόνο επειδή κάποιος θα τις υποβάλει σ’ εκείνον που αισθάνεται άσχημα.  Σχηματικά μιλώντας, κάθε ιδέα προκύπτει επειδή υπάρχει το ανάλογο καλούπι της, στο οποίο ταιριάζει μόνο αυτή. Δεν γίνεται να αντικαταστήσεις σε δεδομένα καλούπια τις ιδέες που εκείνα περιέχουν με άλλες. Είναι πολύ απλό: δεν θα ταιριάζουν.
Αναφέρομαι, προφανώς, στην ψυχική υγεία, γιατί αυτή συσχετίζεται αδιάρρηκτα με την υγεία του σώματος. Στην πραγματικότητα, ψυχική είναι η νοητική υγεία και ευρωστία, η οποία απηχείται και ως σωματική υγεία, όσο το ίδιο το σώμα μπορεί να είναι υγιές. Κι όταν ασθενήσει, πάλι ο νους έχει τη δύναμη, αν δεν είναι αργά, να το θεραπεύσει. Αν υγεία σημαίνει και απουσία πόνου, ο πόνος, πρέπει να έχουμε κατά νου, έρχεται και ως συνέπεια ψυχικής καταπόνησης, η οποία σημαίνει την ανεπάρκεια νοητικής ενέργειας· ότι ο νους, δηλαδή, δεν κάνει αρκετά για την υγεία του.
Προτού, λοιπόν, να μας απασχολήσουν συγκεκριμένες ιδέες στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία, ας δούμε τι έκαναν οι Έλληνες και παρήγαγαν φιλοσοφική σκέψη. Πήραν έννοιες που βρίσκονταν σε κοινή χρήση, όπως την έννοια του εαυτού, του όντος, του θεού, του ήθους, και άλλες, που, όπως είπαμε νωρίτερα, δεν γίνεται να τις περιγράψεις με την εμπειρία, και επεχείρησαν να τους δώσουν περιεχόμενο. Με τον τρόπο αυτό ξέφευγαν από την αδηφάγο καθημερινότητα, η οποία έπαιρνε νόημα, όπως και η δική μας, από την τρέχουσα χρήση των συγκεκριμένων, σημαντικών για την αντίληψη του εαυτού μας εννοιών, μέσα σε έτοιμες, χύδην αναπαραγόμενες εκφράσεις. Ο Έλληνας, λοιπόν, ως φιλόσοφος, έστρεψε την πλάτη του, από τον 6ο αιώνα και μετά, στη ζωή των γνωμών, και απομόνωσε έννοιες σημαντικές από τη συνήθη τους χρήση, και άρχισε να αναδημιουργεί το περιεχόμενό τους.
Αυτό έχει δύο συνέπειες για την ανθρώπινη ζωή - υγεία: α) εξαιτίας της απόσυρσης αυτής, χάρη στην εργασία του νου, ο άνθρωπος παύει να είναι έρμαιο των καθημερινών προκλήσεων, και να αισθάνεται και να ενεργεί αντανακλαστικά, εκτεθειμένος στην τύρβη της καθημερινότητας. β) Καθώς αίρεται στο επίπεδο της περίσκεψης για να δώσει περιεχόμενο σε οιονεί γνωστές, αλλά για τον φιλόσοφο άγνωστες έννοιες, ζει και ανεξάρτητα από το σώμα του, το οποίο, και αυτό, που είναι το σημαντικότερο, ζει ανεξάρτητο, δυο φορές κιόλας αυτόνομο: μία επειδή δεν του μεταφέρεται η δηλητηριώδης εμπλοκή του νου, όταν λιμνάζουν εντός του αυθαίρετες γνώμες για τον άνθρωπο και το νόημα της ζωής του, και μια δεύτερη φορά, επειδή η νοητική λειτουργία είναι άριστη, εύρυθμη, καθώς ο νους κινείται σε μια αχαρτογράφητη έρημο μεν, εκείνη των αδιάγνωστων εννοιών, αλλά κινείται, και αυτό είναι η βέλτιστη δυνατή κατάσταση για το νου.
Όταν ο νους δυσλειτουργεί αντιλαμβάνεται το φαίνεσθαι ως είναι. Η αναγωγή, τότε, στο είναι των ιδεών, για την οποία μίλησε ο Πλάτων, ο οποίος δεν αναφερόταν στα προϊόντα της σκέψης, αλλά στην κίνηση του νου, μας απελευθερώνει από τα δεσμά που μας δένουν με το γίγνεσθαι, και διασωζόμαστε στην επικράτεια του γίγνεσθαι της σκέψης. Αυτό δεν σημαίνει ότι αδιαφορούμε για την πραγματικότητα. Κάθε άλλο. Σημαίνει ότι εξασφαλίζουμε στον εαυτό μας τον χρόνο που θέλουν να μας στερήσουν τα πράγματα. Ο χρόνος αυτός είναι χρόνος πραγματικός, ζωής, χρόνος δραστηριότητας για τον νου και υγείας για το σώμα. Γιατί ο χρόνος που κυλάει στη σκέψη, είναι χρόνος αδιατάρακτης ύπαρξης για το σώμα, δηλαδή ύπαρξης στην οποία αναστέλλεται η διαδικασία της ραγδαίας φθοράς, η οποία συντελείται κατεξοχήν όταν το σώμα βρίσκεται υπό την επήρεια ατέρμονων, και επανειλημμένα αδιέξοδων σκέψεων, που κρατάνε όμηρο το νου, δέσμιο, ακίνητο.
Όσα είπαμε έχουν φιλοσοφική σημασία. Αλλά η αξία βρίσκεται στη διαδικασία της σκέψης που δημιουργεί το περιεχόμενο, αφενός, και στο περιεχόμενο ως κίνητρο για σκέψη, αφετέρου, όταν για παράδειγμα καθίσταται άγνωστη για εμάς μια έννοια, για την οποία διαβάσαμε ένα φιλοσοφικό κείμενο. Για μένα ήταν σημαντική η διαδικασία της σκέψης από την οποία απέρρευσε αυτό το κείμενο, και για εσάς, ενδεχομένως, το κείμενο γίνει αφορμή για να μπείτε στη διαδικασία της φιλοσοφικής σκέψης.
Οι έννοιες στη Φιλοσοφία, όπως ήδη το είπαμε, είναι κλειστά περάσματα: η έννοια της ψυχής, η έννοια του Θεού. Είναι απαραίτητο, όμως, να κινηθούμε μέσα τους, για να απαλλαγεί το σώμα από το δηλητήριο της σκέψης που αναπαράγει εκφράσεις. Όταν η σκέψη απομακρύνεται από το σώμα, μένει πίσω και το Εγώ, στη λήθη, και δεν τροφοδοτεί την τοξικότητα της σκέψης, επειδή συνεχώς το εγώ τροφοδοτεί, δηλαδή η αναφορά σε αυτό, τους τοξικούς ταμιευτήρες του νου μας. Γι’ αυτό ο Πλάτων χρησιμοποιεί την έννοια της ανάμνησης, όταν αναφέρεται στη σκέψη των ιδεών. Γιατί, σε μια τέτοια κατάσταση, σκέψης ή διάβασης των εννοιών ή εννοιογνωσίας, μοιάζουμε να αναπολούμε. Τότε το σώμα ζει ξεχασμένο, αλλά ΖΕΙ.
Αυτό είναι το ιδανικό της υγείας: η προστασία της ζωής του σώματος μέσω της έκστασης, της νοητικής απομάκρυνσης από το σώμα, της ανακάλυψης επίσης μιας ταυτότητας που δεν διακυβεύεται από την κοινωνική διαπάλη. Καταστάσεις στη ζωή, διαρκώς, αλλεπάλληλα, μας κάνουν να θέτουμε το ερώτημα: «τι είμαι;» Είναι σαν, για παράδειγμα, οι συναναστροφές να θέτουν και μαζί να αμφισβητούν την ύπαρξή μας. Ακόμα και οι θετικές συναναστροφές, αφού τις αισθανόμαστε σαν πρόκληση για την ταυτότητά μας. Αν, όμως, αναρωτιέμαι για το τι είμαι, με διάφορες αφορμές, σύμφυτα διερωτώμαι, συνειδητά ή ασυνείδητα: «υπάρχω;». Αν, πολύ περισσότερο, δεν είμαι σίγουρος για το τι είμαι, τότε διακυβεύεται η ύπαρξή μου. Αυτό δεν συμβαίνει όταν η απάντηση στο ερώτημα «τι είμαι», είναι: είμαι η έννοια. Ποια έννοια; Αυτή στην οποία κάθε φορά, φιλοσοφικά σκεπτόμενος, εισχωρώ, και προσπαθώ να τη διασχίσω, και δεν αμφιβάλλω, τότε, ότι υπάρχω.
Εισχωρώντας στην έρημο των εννοιών, το σώμα παύει να διψάει. Ζει τη ζωή του, η οποία είναι απλή στην πολυπλοκότητά της. Όπως η λειτουργία ενός ρολογιού, η οποία συνίσταται στην κίνηση των γραναζιών του, αλλά προφαίνεται ως απλή, και είναι απλή.
Ποιο είναι, όμως, το σημάδι ότι ο νους λειτουργεί σωστά, δηλαδή φιλοσοφικά, και αποτελεσματικά για την υγεία; Είναι απλό. Η σιωπή. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, που επικρατεί σιωπή στην έρημο, και επιβάλλεται αυτή στον οδοιπόρο, έτσι και στη φιλοσοφία. Η κίνηση του νου δεν παράγει θόρυβο. Ο θόρυβος όμως των αλλεπάλληλων, τυχάρπαστων σκέψεων σβήνει, όσο ο νους απομακρύνεται, στην έρημο των εννοιών. Όσο πιο βαθιά, στην αχανή τους επιφάνεια, τόσο ο θόρυβος από τις στημένες εκφράσεις, που κατακλύζουν τη συνειδητή μας ζωή, κοπάζει, και το σώμα ησυχάζει.
Σήμερα πια, όλο και περισσότερο εξετάζεται επιστημονικά η ευεργετική επίδραση της σιωπής στην υγεία. Αυτό που είμαστε σε θέση εμείς να κάνουμε σήμερα, είναι να σκεφτούμε τον τρόπο με τον οποίο επιτυγχάνεται η «υγιεινή προσωπική σιωπή», γιατί περισσότερο τοξικός για την ανθρώπινη υγεία δεν είναι ο εξωτερικός αλλά ο εσωτερικός θόρυβος, ο οποίος κάποτε επιδεινώνεται όταν κοπάσουν τα εξωτερικά ερεθίσματα. Από την άλλη, επίσης, αν είμαστε σε θέση να επιβάλουμε σιωπή στο εσωτερικό μας, οι εξωτερικοί θόρυβοι χάνουν την ισχύ τους.
Το άγνωστο των φιλοσοφικών εννοιών επιβάλλει τη σιωπή· αρκεί να σκεφτόμαστε έννοιες όπως ο Θεός, η ψυχή, ο εαυτός, η αιτία, η γνώση, το ωραίο, το καλό, το κακό, άγνωστες και σιωπηρές. Οι Έλληνες, που το έκαναν πρώτοι αυτό, το έκαναν επειδή αμφισβητούσαν δοσμένες αντιλήψεις και γνώμες; Αυτή είναι λογικοφανής εξήγηση, αλλά δεν αφορά στο κίνητρο των φιλοσόφων. Κανένας, θεωρώ, δεν γίνεται φιλόσοφος επειδή θέλει να αμφισβητήσει. Το κίνητρο πρέπει να είναι βαθύτερο, τόσο εκείνων που προσελκύονται στη φιλοσοφική μαθητεία, όσο και εκείνων που εμμένουν στη φιλοσοφική σκέψη.
Βαθύτερο κίνητρο από το ένστικτο για την επιβίωση δεν υπάρχει. Η φιλοσοφία αυτού του κινήτρου είναι απόρροια. Όπως όταν ενστικτωδώς, αντανακλαστικά, παραμερίζω μπροστά σε έναν κίνδυνο, από κάτι που αντιλαμβάνομαι ότι έρχεται καταπάνω μου, έτσι και με τη φιλοσοφική σκέψη: κινούμαι για να διαβώ έννοιες που τις θεωρώ αδιάβατες, γιατί ενστικτωδώς γνωρίζω ότι το σώμα μου θα ζήσει καλύτερα και περισσότερο έτσι. Κι αν ασθενεί, θα του δώσω χρόνο να ιαθεί.
Εύλογα, φυσικά, θα αναρωτηθεί κανείς. Πόσο η εισήγηση αυτή μπορεί να είναι χρήσιμη, επωφελής, και κατ’ επέκταση η φιλοσοφία; Το ερώτημα αυτό ανήκει στον καιρό μας, της προσδοκίας για άμεσα αποτελέσματα. Την προσδοκία αυτή εξέθρεψε, τον τελευταίο αιώνα, η εκρηκτική ανάπτυξη των θετικών επιστημών και της τεχνολογίας. Οι ανθρωπιστικές επιστήμες επίσης, κυρίως η ψυχολογία, η κοινωνιολογία και η παιδαγωγική, προσπαθούν να εκσυγχρονίζονται και να παρακολουθούν το θετικιστικό πνεύμα της εποχής. Ακόμα και η Φιλοσοφία, ως φιλοσοφία της Επιστήμης κυρίως, «έμαθε» να εξαρτάται από τις ανακαλύψεις των θετικών επιστημών.
Η φιλοσοφία για την οποία μιλήσαμε απόψε, όμως, δεν μπορεί να εκσυγχρονιστεί. Δεν μπορεί να συμβάλει στη φρενίτιδα της ταχείας ανάπτυξης της σύγχρονης ζωής. Η φιλοσοφική σκέψη, με τον τρόπο των Ελλήνων, χρειάζεται χρόνο για να ευδοκιμήσει, και τα αποτελέσματα που παράγει είναι αδιόρατα στην αρχή. Αδιόρατα αλλά υπαρκτά, γιατί αισθάνεται ο μυημένος τη διαφορά, την κίνηση στην οποία υποβάλλεται η σκέψη του. Η κίνηση αυτή προκαλεί ευφορία, όπως ακριβώς η φυσική κίνηση. 
Σήμερα, όμως, ακόμα και η φυσική κίνηση έγινε μη αυτονόητη ως ανάγκη, ως προϋπόθεση για την υγεία. Πολύ περισσότερο η κίνηση στη σκέψη, φαίνεται μη απαραίτητη. Προέχουν οι κινήσεις γύρω μας. Τις προσέχουμε πολύ, ως παθητικοί θεατές.
Η φιλοσοφία δεν είναι επιλογή ούτε ως πολιτιστική ή εκπαιδευτική επιταγή. Προβάλλονται πολύ έτοιμες ιδέες, θρησκευτικές, πολιτικές, για τις οποίες δεν χρειάζεται να σκεφτούμε. Τις σκέφτονται άλλοι για εμάς, και μας τις παρουσιάζουν. Αυτή η ευκολία, όμως, στη σκέψη, είναι παραπειστική. Έχει εξίσου μοιραία αποτελέσματα με την ευκολία της φυσικής ακινησίας, η οποία συσσωρεύει απορρίμματα στον ανθρώπινο οργανισμό, τα οποία προκαλούν παθήσεις σοβαρές του σώματος. Τα απορρίμματα του νου, όταν ο νους δεν κινείται για να αποβληθούν, γίνονται εκλυτικός παράγοντας αυτών των παθήσεων. Αυτή είναι διαδικασία μυστική, αδιόρατη, αδιάγνωστη, γιατί δεν μπορούμε να πούμε πώς οι σκέψεις, οι συμπεριφορές και οι διαθέσεις μας προκαλούν ασθένειες. Δεν είναι τυχαία, όμως, η ακολουθία. Είναι αιτιώδης.

Αν τα προηγούμενα είναι σημαντικά, τότε δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε την πολιτισμική στέρηση της απουσίας της φιλοσοφικής σκέψης, ως άσκησης στην εκπαίδευση και ως άσκησης διά βίου. Η ψυχή είναι σημαντική επειδή υπάρχει το σώμα. Και όσα είπαμε για τη φιλοσοφία, είναι σημαντικά αν θεωρείται σημαντική η ανθρώπινη ζωή. Όταν η ζωή, όμως, υποβαθμίζεται, όπως γίνεται σήμερα, τότε και η φιλοσοφική μέριμνα φαντάζει ανούσια, περιττή, περισσότερο δύσκολη απ’ όσο δικαιολογεί η ανάγκη μας για άνεση. Η φιλοσοφία είναι δύσκολη, όμως, επειδή δεν είναι αυτονόητη. Ούτε η υγεία, βέβαια, είναι αυτονόητη. Όπως όλα τα σημαντικά, δηλαδή, στην ανθρώπινη ζωή.

          Συμβούλιο Ελληνικού Πολιτισμού, Αθήνα, 25/01/2014