Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

Σκέψεις για το ’40


Μεταφερόμαστε κάθε χρόνο, άλλοι νοερά, άλλοι με τη βοήθεια της μνήμης, σε μια εποχή αγωνίας, πόνου αλλά και συγκλονιστικών συγκινήσεων, εποχή εθνικού πάθους αλλά και εθνικής υπερηφάνειας, την εποχή του Β΄ παγκοσμίου πολέμου στην Ελλάδα. 28 Οκτωβρίου, πριν 76 χρόνια, η ιστορία είχε αποφασίσει. Ακόμα μια φορά, η Ελλάδα είχε προκριθεί,  είχε επιλεγεί, για να δώσει το παράδειγμα της δύναμης που μπορεί να αντλήσει ο άνθρωπος από το ψυχικό απόθεμα της αγάπης για την πατρίδα του, της ανάγκης να παραμένει η πατρίδα του αλώβητη, για να τη χαίρονται και να ζουν με αξιοπρέπεια ο ίδιος και τα παιδιά του και τα παιδιά των παιδιών του.
Γιατί η τύχη των εθνών και των πατρίδων και των λαών που τις κατοικούν, αποδεικνύει η ανθρώπινη ιστορία μέχρι στιγμής, δεν κρίνεται από τους όρους και το μέγεθος της οικονομικής ανάπτυξης, ούτε από την ευμάρεια και τα έργα της ειρήνης. Κρίνεται, δυστυχώς, απ’ της ψυχής το ξάφνιασμα μπροστά στην απειλή που, σαν παγωμένος άνεμος, εκτοξεύεται στη ζεστή μας καρδιά, όταν το μόνο που λαχταράμε, άνθρωποι εμείς φιλήσυχοι και φιλειρηνικοί, είναι ο αγώνας για την ατομική προκοπή, την κοινωνική ελευθερία και την οικογενειακή ευτυχία. Έτσι ενέσκηψε στους Έλληνες, για πολλοστή φορά, η πικρή ανάγκη να πολεμήσουν. Έτσι ενσκήπτει πάντα η ανάγκη, πικρή, και το καθήκον βαρύ, όταν ματώνουν τα βουνά και οι κάμποι, από τη βάρβαρη περπατησιά ανόσιων εισβολέων. 
Ένα από τα πολλά αξιοθαύμαστα της ελληνικής ψυχής θα τονίσω. Ιταλοί και Γερμανοί είχαν οδηγό, αρχηγό, έστω τους ανεκδιήγητους εκείνους, που μεθοδικά καλλιέργησαν στους λαούς τους το φρόνημα του εισβολέα. Οι Έλληνες ποιον είχαν; Ποιος εμψύχωνε τους μαχητές της ελευθερίας; Ο Μεταξάς; Όχι βέβαια. Ποια η πηγή της χαράς εκείνων, των απλών ανθρώπων, των απέριττων ψυχών, που βάδιζαν με το κεφάλι ψηλά και την καρδιά γεμάτη; Χρόνια τώρα το σκέφτομαι.
Ένιωθαν τον πόλεμο, υποψιάζομαι, ως μια ευκαιρία, επίσης, να απαλλαγούν από μια ηγεσία που δεν τους άξιζε. Αποδείκνυαν, με την ορμή τους να πολεμήσουν, ότι δεν είχαν ανάγκη από κηδεμόνες, ότι οι τύραννοι που τους ταλαιπωρούσαν ήταν πολύ μικροί για να βρίσκονται επικεφαλής μιας πατρίδας, που μόνο με το αίμα των αγώνων του λαού της σε ειρήνη και πόλεμο ζωντανεύει.

Στον Έλληνα δεν πρέπουν τα μικρά. Χρειάζεται κίνητρα για να μεγαλουργήσει, ωραίες, σπουδαίες αφορμές. Ανέκαθεν, τέτοιες αφορμές, του της έδιναν απλόχερα οι εχθροί του και, σπάνια, άξιοι ηγέτες του. Μακάρι, στο μέλλον, η αναλογία να αντιστραφεί!