Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Ο πολιτισμός της εκκλησιαστικής Βυζαντινής Μουσικής



 Ημερίδα: "Θρησκεία και Πολιτισμός"
Λευκωσία, Παλαιά Αρχιεπισκοπή, 07 Δεκεμβρίου 2014

Η ιστορία της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής, όπως μπορούμε να τη γνωρίζουμε σήμερα, είναι υπερχιλιετής. Οι γνώσεις μας, θέλω να πω, φθάνουν με ασφάλεια μέχρι τον 10ο αιώνα μ.Χ.. Οπωσδήποτε, με ασφαλείς εικασίες επίσης, μπορούμε να πάμε πιο πίσω στον χρόνο, δύο με τρεις αιώνες, και να θεωρήσουμε ότι, σήμερα, διατηρούμε και συνεχίζουμε την παράδοση ενός πολιτισμού 13 τουλάχιστον αιώνων. Φυσικά, επειδή η καταγωγή, επίσης, της βυζαντινής μουσικής από την αρχαία ελληνική μουσική και μετρική δεν είναι αβάσιμα που υποστηρίζεται, ο Έλληνας στον 21ο αιώνα, μέσω της μουσικής, κατεξοχήν της Βυζαντινής αλλά και της δημοτικής και, σ’ ένα βαθμό, της λαϊκής και της έντεχνης, επικοινωνεί με την ελληνική αρχαιότητα μέσω της Τέχνης.
Ο βυζαντινός εκκλησιαστικός πολιτισμός, όμως, δεν είναι ο αρχαίος ελληνικός. Όσο κι αν στοιχεία της μουσικής  είναι παρόμοια ή τα ίδια, ο λόγος που υπηρετεί η μουσική στο Βυζάντιο, ως μουσική της Εκκλησίας, είναι κατεξοχήν θεολογικός, χριστιανικός ή χριστολογικός. Ξέρουμε τη μουσική, σήμερα, τη βυζαντινή, με τα κείμενα που συνοδεύει. Η συνείδηση του Έλληνα, έτσι, διαχρονικά, από τον 7ο  τουλάχιστον αιώνα και μετά, πληρωνόταν από λόγο και μέλος εκκλησιαστικά. Στη βάση αυτή υποστηρίζω δύο υποθέσεις εργασίας. Η πρώτη είναι η εξής.  Η συνείδηση του Έλληνα, μέχρι σήμερα, όσο είναι ζωντανά τα σχετικά ακούσματα, είναι πολιτισμικά καθορισμένη, μεταξύ άλλων, και από το βυζαντινό μέλος, ανεξάρτητα από το πόσο ισχυρά είναι ενταγμένος ο Έλληνας στους εκκλησιαστικούς κόλπους. Θεωρώ αυτή τη σημαντικότερη και καλύτερη επιβεβαίωση της δύναμης του πολιτισμού της εκκλησιαστικής βυζαντινής μουσικής.
Πρόκειται για την ιδιαίτερη δυναμική της εκκλησιαστικής ζωής, που διαχέεται στον εν γένει βίο των Ελλήνων. Έτσι, για παράδειγμα, εκκλησιαστικά ρήματα κατακάθηνται στη συνείδηση του λαού εξαιτίας της εκκλησιαστικής μουσικής, με ή χωρίς τη μουσική τους, χάρη, φερ’ ειπείν, στην αθρόα προσέλευση του εκκλησιάσματος σε ορισμένες δημοφιλείς ακολουθίες, όπως εκείνες των πανηγύρεων των ναών. Τότε, στη διάρκεια της αρτοκλασίας, ακούγεται το «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν», σε ήχο πλάγιο του πρώτου. Ο συγκεκριμένος ήχος δεν είναι γνωστός με το όνομά του στους πιστούς. Είναι, όμως, το απήχημα, το άκουσμά του. Στον ίδιο ήχο είναι μελισμένες οι δύο πρώτες στάσεις των εγκωμίων της Μεγάλης Παρασκευής και τα ευλογητάρια της νεκρώσιμης ακολουθίας. Ακόμα κι αν η μουσική του ήχου δεν συνοδεύει στη συνείδηση τη φράση, το «πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν» είναι παροιμιακή επωδός για πολλές περιστάσεις του βίου, των οποίων καθίσταται πρόσφορος σχολιασμός. Το ίδιο ισχύει με αρκετές άλλες φράσεις, που ανευρίσκονται στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, και διαρρέουν στον καθημερινό βίο των Ελλήνων εν είδει λαϊκής, αξιόπιστης και απαράγραπτης σοφίας. Σε όλες τις περιπτώσεις, η μουσική παίζει καθοριστικό ρόλο στη διάδοση του λόγου. Θυμίζω: «μνήσθητί μου Κύριε», από τον ύμνο που συνοδεύει τη θεία κοινωνία, στο τέλος της λειτουργίας, σε ήχο, συνήθως, πλάγιο του τετάρτου. «Είδομεν το φως το αληθινόν», από τον ομώνυμο επόμενο, τον προτελευταίο ύμνο της θείας λειτουργίας, σε ήχο δεύτερο. «Το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής», από τους αίνους της Μεγάλης Πέμπτης, σε ήχο τρίτο. «Ήμαρτον», λέει ένας όχι τόσο γνωστός ύμνος των αίνων της Κυριακής του Ασώτου, «εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου, και ουκ ειμί άξιος κληθήναι υιός σου», σε ήχο πλάγιο του τετάρτου. «Θου κύριε φυλακήν τω στόματί μου», από τους γνωστούς στίχους του εσπερινού του Σαββάτου, μετά το Κύριε εκέκραξα, σε όλους τους ήχους! «Σώσον κύριε τον λαόν σου», από το απολυτίκιο, σε ήχο πρώτο, της Ύψωσης του Σταυρού, που ψάλλεται όμως και σε αγιασμούς, και σε άλλες, μικρές ακολουθίες. «Ο σώζων εαυτόν σωθήτω», τέλος, ο γνωστός ευαγγελικός λόγος, κ.ά.. Αυτή, υπενθυμίζω, η μεταφορά λεκτικών στερεοτύπων από την εκκλησιαστική στην καθημερινή ζωή, εξαιτίας και της μουσικής που συνοδεύει το κείμενο, είναι μία αλλά όχι η μοναδική πολιτισμική μετακένωση. Γίνεται άλλωστε ασυνείδητα.
Δεύτερο στοιχείο, ενδεικτικό για τη διάχυση του εκκλησιαστικού πολιτισμού της μουσικής και για τον εμβολιασμό του πολιτισμικού γίγνεσθαι σε εθνική κλίμακα, είναι ότι η ίδια η τέχνη του ψάλλειν διδάσκεται, αναπτύσσεται και εξελίσσεται εκτός των ναών, στα ωδεία, εκκλησιαστικά και άλλα. Ιεροψάλτες και μουσικολόγοι, στην Ελλάδα και διεθνώς, κάνουν έρευνα, τα ευρήματα και τα πορίσματα της οποίας μπορεί να επηρεάσουν καθοριστικά τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Αναφέρομαι εδώ, για παράδειγμα, στις προσεκτικές βυζαντινές τετραφωνίες στα λειτουργικά του Ιωάννη Σακελλαρίδη, στο ρεύμα που απέκτησαν και τις αντιδράσεις που προκαλούσαν.
Είναι αυτόνομη αυτή η καλλιτεχνική και επιστημονική δραστηριότητα. Διοργανώνονται συναυλίες βυζαντινής μουσικής σε δημόσιους χώρους, ακόμα και σε αρχαία θέατρα. Οι ψάλτες συστήνουν συλλόγους, οι οποίοι δεν επιστατούνται ούτε καθοδηγούνται από την Εκκλησία. Έχουν διεκδικήσεις ανεξάρτητα από την ένταξή τους στην Εκκλησία. Διαμορφώνουν σχολές ψαλτικού ύφους, σε σχέση με το οποίο οι συζητήσεις και οι διαξιφισμοί, κάποτε, λαμβάνουν χώρα εκτός των εκκλησιαστικών κύκλων. Η επίσημη Εκκλησία, φυσικά, επιλεκτικά παίρνει θέση, αλλά δεν μπορεί να επηρεάσει τον καλλιτεχνικό και επιστημονικό διάλογο. Χαρακτηριστικά αναφέρω την Πατριαρχική εγκύκλιο - παρέμβαση της 29ης Μαρτίου 2012, που εξεδόθη για το Θεωρητικό του Σίμωνος Καρρά, το οποίο πρωτο-κυκλοφόρησε το 1982, και το οποίο, προϊόντος του χρόνου, γνώρισε ευρεία διάδοση και τροφοδότησε τον καλλιτεχνικό διάλογο.
Προσωπικά εντάσσω τη συγκεκριμένη ένταση σε μια διαμάχη για το ύφος στην εκτέλεση των ύμνων που κρατάει από τη δεκαετία του ’50, όταν ο Κωνσταντίνος Πρίγκος, με τη φυσική του παρουσία στη Θεσσαλονίκη, άρχισε να επηρεάζει έντονα τον ανερχόμενο Ταλιαδώρο, ο οποίος εκπροσώπησε στη συνέχεια το πατριαρχικό ύφος στην Ελλάδα. Καθοριστική, στο πλαίσιο αυτό, ήταν και η μετανάστευση του Θρασύβουλου Στανίτσα και η εγκατάστασή του, μετά τον διωγμό των Ελλήνων από την Πόλη, στην Αθήνα. Παράλληλα, επειδή ανθούσε στην Αθήνα η σχολή Περιστέρη, φάνηκε να χωρίζει τη Νότιο από τη Βόρειο Ελλάδα και αυτή η διαφορά, η πολιτισμική, εξαιτίας της Βυζαντινής Μουσικής: η διαφορά στο Πατριαρχικό, της Βόρειας Ελλάδας, και το Αθηναϊκό, της υπόλοιπης Ελλάδας ύφος στην εκτέλεση των ύμνων.
Παρόλα αυτά, και αυτό είναι προσωπική μου εκτίμηση, αν ακούσει κανείς τη χορωδία του αείμνηστου Περιστέρη από τη δεκαετία του ’70 και μετά, αλλά και άλλους Αθηναίους ψάλτες, τη δεκαετία του ’50 και του ’60, και τους συγκρίνει με χορωδίες από την Πόλη σε παλαιές ηχογραφήσεις της δεκαετίας του ’30 και του ’40, θα διαπιστώσει ότι ταιριάζουν πολύ τα ακούσματα. Μήπως δεν είναι τυχαίο, από την άποψη αυτή, ότι δάσκαλος του Περιστέρη ήταν ο Κωνσταντινουπολίτης Ψάχος;
Στην πραγματικότητα, αυτό που κάνει τη διαφορά, θεωρώ, ανάμεσα στις δύο σχολές, των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης, είναι η ελευθερία που πήραν στη Βόρειο Ελλάδα σημαντικοί ιεροψάλτες να αναπτύξουν προσωπικό ύφος στο ψάλλειν, στηριγμένο στις προσωπικές του καθενός φωνητικές ικανότητες και ιδιομορφίες, και να το επιβάλουν, και, μάλιστα, να ξαναγράψουν μουσικά κείμενα παγιωμένα, με βάση αυτό που καθένας μπορούσε να αποδίδει ως ερμηνεία. Χαρακτηριστικότερη όλων είναι η περίπτωση του Αθανάσιου Καραμάνη, η συγγραφική παραγωγή του οποίου είναι αξιοθαύμαστη, αλλά και έντονα φέρουσα το στίγμα των δικών του, προσωπικών ερμηνειών. Λησμονήθηκε, σε ορισμένες περιπτώσεις, μια αρχή κατατεθειμένη σε κείμενα βυζαντινής μουσικής για αιώνες: η μελωδική ανάβαση είναι ομαλή, σταδιακή, εξηγεί το κείμενο, και δεν επιτρέπει άλματα, κατά το καλλιτεχνικό δοκούν, στην ερμηνευτική διαχείριση των φωνηέντων. Αυτό, δηλαδή, που συμβαίνει στην όπερα.     
Υποστηρίζω, όμως, και αυτή είναι η δεύτερη υπόθεση εργασίας που θέτω, ότι, παρόλη την προϊούσα αυτονόμηση της ανάπτυξής της, η Βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική παραμένει ιδιαιτέρως εξαρτημένη από την εκκλησιαστική ζωή. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, προϊόντος του χρόνου, μπορεί και πρέπει να αλλάξει προς όφελος τόσο του πολιτισμού όσο και της Εκκλησίας. Φυσικά, και αναντίρρητα, το εκκλησιαστικό βυζαντινό μέλος είναι απαράγραπτα συνδεδεμένο με τη θρησκευτική λατρεία, με τη χριστιανική πίστη. Όμως, πρέπει να είμαστε σε θέση, σήμερα, να αποστάξουμε από τη θρησκεία τον πολιτισμό, τόσο σε ό,τι αφορά το λόγο όσο και σε ό,τι αφορά το μέλος, τα απόλυτα,  επαναλαμβάνω, ταυτισμένα με τον Χριστιανισμό. Οι λόγοι είναι οι εξής. Πρώτον, ούτως ή άλλως, τόσο η μουσική όσο και ο λόγος έχουν φθάσει σε τέτοια ύψη καλλιτεχνικής και διανοητικής επεξεργασίας ώστε, δικαίως, να αποτελούν αντικείμενα εδραιωμένης επιστημονικής έρευνας. Ανεξάρτητα, δηλαδή, από την αναγνώριση που γνωρίζουν μέσα στην Εκκλησία, λόγος και μέλος, ο τρόπος με τον οποίο ασχολούνται με αυτά εκτός Εκκλησίας, μουσικολόγοι και φιλόλογοι, δεν έχει τίποτε να κάνει με την εκκλησιαστική λατρεία, προς τιμήν θεωρώ των ανθρώπων της Εκκλησίας διαχρονικά, κλήρου και λαού, που ανήγαγαν το χριστιανικό  θρησκευτικό αίσθημα σε ύψος καθαρότητας τέτοιο, ώστε από αυτό να απορρεύσουν τόσο μεγαλειώδεις εκφράσεις του ανθρώπινου πνεύματος.
Έτσι, από την άποψη αυτή, γέννημα και θρέμμα της εκκλησιαστικής ζωής, τόσο ο λόγος όσο και το μέλος, είναι τώρα πια πανανθρώπινα πολιτισμικά κτήματα, και πλείστοι όσοι, και εκτός Εκκλησίας, θεωρούν υπόθεση προσωπικής και επιστημονικής τιμής τη φύλαξή τους, για λογαριασμό και της ίδιας της θρησκείας αλλά και του διαχρονικού παγκόσμιου πολιτισμού. Αυτή, θεωρώ, είναι η ιδανική αλλά και, ευτυχώς, φυσική πορεία των πραγμάτων.
Υπάρχει, όμως, και ένας άλλος λόγος. Ξεπερνάει τις δυνάμεις της Εκκλησίας, όσες κι αν είναι, το έργο της φύλαξης της πολιτισμικής αυτής παρακαταθήκης. Το έργο αυτό, με χαρακτήρα πλέον επιτακτικής υποχρέωσης, πρέπει να περάσει στους «φυλάσσοντες την εθνική πολιτισμική διαθήκη, παρακαταθήκη», στη θεσμικά οργανωμένη δηλαδή ελληνική και κυπριακή Πολιτεία. Πρέπει, και αυτό είναι η πρότασή μου, να μην επαφίεται στον πατριωτισμό, καλλιτεχνικό και επιστημονικό, των ιεροψαλτών η φύλαξη της τέχνης του Δαμσσκηνού. Πρέπει αυτοί, στο έργο τους, να τύχουν της ισχυρής συνδρομής της Πολιτείας, με κάθε μέσο. Και μια, ακόμη, περισσότερο ρηξικέλευθη πρόταση. Η μουσική αυτή, μαζί με τα κείμενα, πρέπει να διδάσκονται, ως μάθημα έστω κατ’ επιλογή, στα σχολεία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όχι ως μάθημα θρησκευτικής παιδείας ή κατήχησης, αλλά ως μάθημα πολιτισμού.
Μια τέτοια πρόταση πρέπει να βρει τη στήριξη της Εκκλησίας. Είναι γνωστές, ήδη, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, οι πλάγιες ή άμεσες επιθέσεις που δέχεται το θρήσκευμα και μάλιστα η διδασκαλία των θρησκευτικών στα σχολεία. Δεν ισχυρίζομαι ότι πρέπει να επαναφέρουμε σε κυριαρχική θέση το σχετικό μάθημα μέσω της διδασκαλίας, στο πλαίσιο ενός μαθήματος στον πολιτισμό, του βυζαντινού μέλους. Το σχετικό όφελος και για τη θρησκεία, όμως, θα είναι κάτι παραπάνω από γεγονός.
Κλείνοντας, θα ήθελα να συνοψίσω την ουσία των όσων ανέπτυξα. Η βυζαντινή μουσική είναι το πολιτισμικό καύχημα μιας διαδικασίας εμπέδωσης του χριστιανικού θρησκεύματος στον ελληνικό χώρο, η οποία κράτησε αιώνες. Ο λόγος, επιπλέον, των εμφορούμενων από θείο έρωτα συγγραφέων των ύμνων, είναι απροσμέτρητου ποιητικού κάλλους. Και τα δύο μαζί, μουσική και λόγος, στη σύζευξη και την ταυτόχρονη δημιουργία τους, αποτελούν, εκτός των άλλων, ένα αναντίρρητο διακριτικό στοιχείο του Ανατολικού, ελληνικού από τον Δυτικό Χριστιανισμό, παρόλο που αυτό δεν ήταν πάντα έτσι, γιατί, στην αρχή, πριν τον κρίσιμο διαχωρισμό τον 12ο αιώνα, ο πολιτισμός της υμνολογίας ένωνε τις δύο Εκκλησίες, την Ανατολική και τη Δυτική. Μετά το σχίσμα, ήταν σαν και οι πολιτισμοί να βάδισαν ο καθένας τον δικό του δρόμο.
Σήμερα, ευτυχώς για εμάς, οδοδείκτες του δικού μας πολιτισμού, όπως τα απηχήματα της βυζαντινής μουσικής, είναι ακόμα φωτεινοί, εμφανέστατοι, και έτσι πρέπει να παραμείνουν, με την επιστράτευση όλων των μέσων που διαθέτουν οι πολιτείες των Ελλήνων, στην Ελλάδα και την Κύπρο. Τέλος, επειδή πολλά λέγονται ακόμα, και θα ειπωθούν και άλλα, και πολλά έγιναν από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, για το διαχωρισμό του πολιτισμού των Ελλήνων σε αρχαίο από τη μια και βυζαντινό - χριστιανικό από την άλλη, πρέπει να ειπωθεί στα σοβαρά, γιατί αυτό ισχύει, ότι απόδειξη για το ενιαίο και το συνεχές του πολιτισμού μας, από την απώτατη ελληνική αρχαιότητα μέχρι σήμερα, είναι η γλώσσα και η μουσική των βυζαντινών ύμνων. Και τα δύο, τη γλώσσα και τη μουσική, τα ίδια, με τις αλλαγές που μόνο ο χρόνος και η δημιουργικότητα των ανθρώπων μπορούσαν να επιφέρουν, τα χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες από την εποχή του Ομήρου μέχρι σήμερα. Γλώσσα και μουσική, τα ελληνικά, είναι τα υλικά για τους ορφικούς και τους βυζαντινούς ύμνους, για την αρχαία τραγωδία και για τη βυζαντινή λειτουργία. Και οι δύο θρησκείες, η αρχαία ελληνική και η χριστιανική, από την ίδια πηγή άντλησαν στήριξη: από τον διαχρονικό μουσικό πολιτισμό της αστείρευτης ελληνικής ψυχής. Σας ευχαριστώ!

Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Η ποιητική συλλογή "Αγροικίες του χρόνου"




Παρουσίαση του βιβλίου «Αγροικίες του χρόνου»,
της Τζένης Κωνσταντινίδη,
στη Φιλοσοφική Εταιρεία Κύπρου, 29-05-2014


Ευχαριστώ την Τζένη για την ευκαιρία που μου έδωσε να μιλήσω για την ποίησή της, αφορμή λαμβάνοντας από το τελευταίο της βιβλίο. Οφείλω να τονίσω, εναρκτικά, ότι δεν θα συγγράψω απόψε, ενώπιόν σας, αντίγραφο του βιβλίου της Τζένης.  Ένα σημείωμα θα σας διαβάσω, λίγων λεπτών, που έγραψα διαβάζοντας το βιβλίο της. Το ίδιο θα έδινα προς δημοσίευση, αν ήθελα να συνοψίσω αυτά που σκέφτομαι για το έργο της.
Πρόκειται για τις «αγροικίες» της Τζένης Κωνσταντινίδη, τέσσερις τον αριθμό, που τις ανήγειρε πρόσφατα, πλάϊ στα άλλα της σπίτια, τα ποιητικά, τα από καιρό χτισμένα, σιγά – σιγά. “Οι αγροικίες του χρόνου” τιτλοφορείται η ποιητική της συλλογή που παρουσιάζουμε απόψε. Γιατί αγροικίες, διερωτάται κανείς, των Πατέρων, του Αιγαίου, του Μετανάστη, της Ποίησης; Είναι μάλλον ενδιαιτήματα καλά κρυμμένα, που αποσύρεται η “Νοσταλγός της καλλιτεχνίας” τελευταίως, εκεί που αισθάνεται καλύτερα, να θυμάται μορφές, τόπους, νόστους και λόγους. Οι τελευταίοι αντηχούν σταθερά στο ηχείο της καλά λαξεμένης της διάνοιας, της δουλεμένης από σμίλες που βρίσκει ποιητών, ασκητών, ιστορικών προσώπων ή και μυθικών.
Όσο κι αν τα υλικά της, όμως, είναι πρόχειρα στον καθένα που έτυχε ν’ ακούσει γι’ αυτά, οι μεταπλάσεις και οι διαπλάσεις της κάνουν τα παλιά υλικά καινούργια, εντέχνως δουλεμένα με δικά της χρώματα και σκιές. Ο κυρ Αλέξανδρος, ας πούμε, πρώτος – πρώτος, αντικείμενο μαζί ενός εξεικονιστικού ρεαλισμού και μιας θρησκευτικής μυστικογνωσίας.
Οι αφιερώσεις συνεχείς: του Σολωμού, του Κόντογλου, του Δαμασκηνού, του Καβάφη, του Θεόφιλου, του Κουτσάκου... Επικλητικές δεήσεις στον χρόνο, της ποίησης, που αναζητεί τη λύτρωση στην αλύτρωτη μνήμη. Ο χριστιανισμός, διαρκώς παρών, συγκεράζεται με τον ανατολικό μυστικισμό, και χωνεύονται μαζί στην παραμόνιμη, επίσης, φιλοσοφική ενόραση. Οι ιστορικές περιγραφές της ευρηματικές, διαπνέονται από τον οίστρο της επανεύρεσης του χθες στο τώρα, του τότε στο εδώ. Δεν χωρεί αμφιβολία, ο ζωγράφος που θα ζωγράφιζε την ποίηση της Τζένης, θα ήταν ο Θεόφιλος. Τα μυθολογήματά της, τα ιστορικά της ονειροπολήματα θα έβρισκαν χρώματα σε πίνακες δουλεμένους με ελληνικής γης αποχρώσεις. Το ίδιο η γλώσσα της, η ζυγαριά που ζυγίζει λέξεις αφημένες στο χαρτί με ελληνικά προσεκτικά, που έχει επίγνωση της εύθραυστης ύλης τους.
Από τις σκιερές λόχμες, ακόμα, τη συστάδα των παρελθοντικών καταγραφών της ποιητικής της μνήμης, προβάλλει σύγχρονος κινηματογραφιστής, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, για να με κάνει να σκεφτώ: πώς θα προβάλλονταν σε οθόνη τα ποιήματα της συλλογής; “Το πρωινό φέγγος στα βουνά του Λιβάνου”, “η αναλαμπή των λόφων στην ομίχλη”, “οι κωπηλασίες των Πατέρων”, “τα στενορύμια της Νισύρου”; Σίγουρα θα τονίζονταν οι ωραίες εικόνες με την αφήγηση παρά με τη σιωπή των έργων του Αγγελόπουλου.  Αλλιώς δεν απολύεται η ψυχή, όπως λέει στην τρίτη πράξη του ευρωπαϊκού της δράματος.
Έντονα εξεικονιστική, όπως τόνισα ήδη, η ποίηση της Τζένης, είναι αδιέξοδα ρηματική (33), κωδικοποιημένη κιόλας, με τον κώδικα του ενός. Τα σκιρτήματα της σκέψης της, πάντα νεογέννητης (41), αποδίδονται όπως έρχονται, ίδιες συσπάσεις του εμβρύου που οδεύει προς την έξοδο, που δεν το νοιάζει τι το περιμένει. Ίδια τα κύματα της ειμαρμένης (33) που, όπως λέει, πάνε κι έρχονται. Κι αν δεν είναι, όμως, η σκέψη αυτή η μήτρα της ποίησής της όλης, τότε ποια είναι;
Μοιραία, όπως κάθε γυναίκα που σκέφτεται, και όλες οι γυναίκες σκέφτονται, αλλά δεν είναι ποιήτριες όλες, αισθάνεται μία από τους τελευταίους μάρτυρες, που καταθέτουν την έρημη καρδιά τους, και συνεχίζουν ήρεμοι τον πλου τους. (24) Στην ίδια, όμως, πάντα θάλασσα. Στο ίδιο φως, που το θηλάζει, λέει, η θάλασσα αιώνες, το φως Αυγούστου που, κι όταν τελειώνει, Αύγουστος πάλι μένει.
Είναι του Έλληνα ποιητή, που του αφιερώνει ένα ποίημα, έθος αυτό, οι “γνώριμοι λυγμοί” του (53),  να σμιλεύει “τη Μεγάλη Θλίψη” (54), κυρίως εκείνη που προέρχεται από μεγάλη χαρά.  Για να το καταφέρει μάλιστα αυτό, η ποιήτρια, παίρνει τη στάση μοναχικού προσκυνητή, που είναι για εκείνη η Ποίηση όλη (57), η ποίηση που βρίσκει σαν νόμισμα “ξεχασμένο στο τραπέζι”.  
         Είναι πολλά τα νομίσματα, τα ποιητικά, στο τραπέζι της Τζένης, που τα φύλαξε στις «αγροικίες» της, στις οποίες προσπάθησα να σας ξεναγήσω απόψε.  Έχουν μορφές πάνω τους, τα νομίσματα, χαραγμένες των ινδαλμάτων της, στη μια τους όψη. Στην άλλη η αξία του νομίσματος, η αξία που παίρνουν στην καρδιά της τα πρόσωπα και τα τοπία που συνέχουν την ύπαρξή της. Εδώ βρίσκεται, ακριβώς, η αξία της ποίησης της Τζένης Κωνσταντινίδη: κατασκευάζει ή, όπως λέμε, κόβει νομίσματα όχι απλώς αναμνηστικής ή συλλεκτικής αξίας. Τα νομίσματά της πληρώνουν στο ταμείο της ανάγκης μας να σκεφτόμαστε αξίες. Της εύχομαι να συνεχίσει να πλουτίζει, κι εμείς μαζί της!

                                                      Δρ. Ιωάννης Χριστοδούλου

Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

"Η οικονομική εξαθλίωση των Κυπρίων..."

Δρ. Ιωάννης Σ. Χριστοδούλου
Ίδρυμα Λυσσαρίδη, 28/05/2014

Παρουσίαση του βιβλίου του Άθω Ερωτοκρίτου:
«Η οικονομική εξαθλίωση των Κυπρίων: μορφές ψυχολογικής αντίστασης» (εκδ. Αιγαίον, 2014)

Ευχαριστώ τον Άθω για την ωραία ευκαιρία που μου έδωσε, να μιλήσω για τη σκέψη του, θεματικά, με αφορμή την έκδοση του καινούργιου του βιβλίου. Η παρρησία του δεν θα άφηνε τη συγκυρία και τα δεινά που ενέσκηψαν εσχάτως ασχολίαστα. Η συνείδηση που έχει πάντα του θεραπευτή, ό,τι κι αν κάνει, και κάνει πολλά, δεν του επέτρεψε ν’ αφήσει το πρόβλημα, ατομικό και συλλογικό, αδιάγνωστο, την ασθένεια χωρίς δική του πρόταση για θεραπεία. Η συμβολή του, όπως κάθε φορά, στη διαύγαση του παρόντος, είναι μοναδικής αξίας. Η προλογική υποστήριξη από τον Βάσο Λυσσαρίδη του πονήματος του Άθω, συμβολισμών έμπλεη. Η σύνολη έκδοση καύχημα του εκδότη.
Η σκέψη του Άθω είναι πολυσυλλεκτική και, γι’ αυτό, εύχυμη. Δεν χρειάζεται, μάλιστα, να πασχίσεις να καταλάβεις, για να σου αποδώσει περιεχόμενο. Προσφέρεται έτοιμη προς ανάγνωση, με επίγνωση η ίδια προσηλωμένη στο καίριο, το προφανώς σημαντικό. Αυτή η προφάνεια, όμως, του σημαντικού, δεν καθίσταται αυτονόητα ορατή. Προϋποθέτει θάρρος του φορέα της, που την καθιστά προφανή, και το θάρρος του αναγνώστη, ν’ αφήσει το σημαντικό που του προσφέρεται να τον επηρεάσει.
Κάτι που υπονοεί στο βιβλίο του ο Άθως, ως ψυχοθεραπευτής, και του προτείνω να το επεξεργαστεί περαιτέρω, είναι η ασθένεια της αποφυγής του σημαντικού και της κατατριβής με το ασήμαντο. Αν τον ρωτούσα, είμαι σίγουρος, θα μου έλεγε ότι ο φόβος αποκρύβει το κρίσιμο, ότι εκείνος προτιμά την αναστροφή της ροπής της σκέψης, από το επικίνδυνο στο ακίνδυνο.
Η οδοιπορία του Άθω στην εξιχνίαση της δυσχερούς συγκυρίας, κοινωνικής και εθνικής, εκκινεί από τη γλώσσα. Βλέπει τη γλώσσα ως όχημα αντίστασης, που, ως άλλος Ίππος του Οδυσσέα, κουβαλά στα σπλάγχνα της αρματωμένους προγόνους, έτοιμους να συμβάλουν στο ξέπλυμα της ντροπής του σήμερα, του αδηφάγου παρόντος της σχετικοποίησης και της δυνητικής κατάργησης της ταυτότητάς μας. Καλά κάνει ο Άθως που αναζητεί την ταυτότητα στη γλώσσα. Δεν υπάρχει πιο στέρεο έδαφος. Στοιβάδες ολόκληρες πετρωμάτων της ιστορικής μας καταγωγής, αρραγείς στο πέρασμα του χρόνου, βρίσκονται κάτω από τη γλώσσα, που μας θυμίζει ποιοι ήμασταν, μιας άλλης μορφής Έλληνες αλλά Έλληνες, τότε, τώρα, κι αν θέλουμε τη γλώσσα μας, στο μέλλον.
Ριζώνουμε στη γλώσσα μας όπως ριζώνουμε στη γη, την άλλη μεγάλη έγνοια του Άθω. Γενιές αναρίθμητες ομιλητών της ελληνικής, οι ίδιες που βάθαιναν στο χρόνο τις ρίζες του Ελληνισμού στην πέτρα των εντολών του πνεύματος του αιώνιου Έλληνα, κατοίκησαν τις στεριές, τις θάλασσες και τις πέτρες που τις ήθελαν και τους ήθελαν. Αυτό δεν έλαβαν υπόψη τους οι κάθε λογής επίβουλοι και άδικοι.
Σήμερα, όπως με ακρίβεια το περιγράφει, οι ορδές των αφιονισμένων ημιάγριων εξ Ανατολών και οι ερπύστριες των κομψευόμενων άγριων εκ Δυσμών έδωσαν τη θέση τους σε μεγαλόσχημους οικονομικούς εκτελεστές. Το αίμα από αυτή, την εύσχημη εισβολή, δεν ρέει όπως άλλοτε, στους δρόμους και τα πλακόστρωτα καλντερίμια αλλά πιο γρήγορα στις φλέβες των ανθρώπων. Τόσο γρήγορα, μάλιστα, όσο δεν αντέχει ο ανθρώπινος οργανισμός, ο ανθρώπινος νους, και τα θύματα, κατά χιλιάδες, αργοπεθαίνουν στα σπίτια τους, ανήμπορα να κατηγορήσουν οποιονδήποτε, αφού ο εχθρός, τώρα πια, δεν έχει πρόσωπο. Γι’ αυτό ο Άθως, παρόλο που κατονομάζει τους υπευθύνους, επικαλείται από την ελληνική μυθολογία, που γνωρίζει καλά, τη μορφή του Μινώταυρου, για να εξηγήσει το φαινόμενο: να μην μπορούν τα θύματα να πιστέψουν στην τύχη τους, να χάνουν τη ζωή τους από αλλόκοτο, εξωπραγματικό, απόκοσμο τέρας.
Τι οδήγησε, όμως, στη γένεση του τέρατος του υδροκέφαλου καπιταλισμού; Άχρηστες επιθυμίες, λέει ο Άθως, δηλαδή επιθυμίες που απορρέουν όχι από την ανάγκη του ανθρώπου να ζήσει, αλλά από την άγνοια του τι χρειάζεται για να ζήσει. Η επίγνωση της χρείας κάνει τα χρειώδη πολύτιμα. Η μη επίγνωση, ωστόσο, οδηγεί στη φενάκη της χρηστικότητας του άχρηστου, και, κατ’ επέκταση, στη λήθη του πραγματικά χρήσιμου. Έτσι ξεχασμένο, το χρήσιμο, καθώς περιέπεσε σε ανυποληψία, άρχισε να γίνεται σπάνιο, δυσεύρετο. Υποχώρησε ως αυτονόητο, για να καταστεί σήμερα, η τροφή για παράδειγμα, η στέγη, το αναγκαίο που μας λείπει, το σημαντικό που κινδυνεύουμε να μην έχουμε, επειδή το ξεχάσαμε.
Το σοκ είναι συγκλονιστικό. Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα και την Κύπρο, στις οποίες εστιάζει την προσοχή του ο Άθως, συρρικνώθηκε δραματικά το προσδόκιμο ζωής και ευτυχίας μεγάλων μαζών του πληθυσμού. Οι νέοι γυρίζουν την πλάτη στις πατρίδες τους, σαν να μην είναι αυτές τα θύματα αλλά οι θύτες της δυστυχίας τους. Πετυχαίνει, λοιπόν, διπλά η επιχείρηση οικονομικής απαξίωσης των χωρών του Νότου. Απεγκαθιστά την εγκατεστημένη ευημερούσα κοινωνία, και στερεί την προοπτική της υγιούς ανάπτυξης και επανεγκατάστασης, καθώς αποστερεί όχι μόνο την ελπίδα αλλά και την αξιοπρέπεια από τους νέους, οι οποίοι γίνονται παρείσακτοι στην ίδια τους τη χώρα, και τίποτα δεν τους ενθαρρύνει να πιστέψουν ότι η χώρα αυτή τους ανήκει, και ότι αυτοί θα τη σηκώσουν πάλι στα πόδια της.
Ακόμα, παραβαίνοντας την τοτεμική εντολή της αλληλεγγύης, που ευφυώς εισάγει ερμηνευτικά στην ανάλυσή του ο Άθως, στερούν από τον ίδιο τους τον εαυτό την ευλογία της βοήθειας που μπορούν να πάρουν από τους συνανθρώπους τους. Όλοι παίζουν, άθελά τους, το παιχνίδι του τέρατος, και γίνονται ευκολότερα τροφή του, εξαντλημένοι καθώς καταλήγουν από τον μεταξύ τους ανταγωνισμό για θέσεις που, τώρα πια, δεν τους εξασφαλίζουν καν την επιβίωση.
Γίνονται, έτσι, «σκουπίδια», όπως εξηγεί ο κοινωνιολογικός αναλυτής και ψυχογνώστης Άθως, ίδια με την αξία των ομολόγων της πολιτείας τους, που τεχνηέντως υποτιμώνται στον παγκόσμιο ορυμαγδό της χρηματικής συναλλαγής, για να πέσουν οι τιμές της γης, των πλουτοπαραγωγικών πηγών, των ανθρώπων των ίδιων, και οι ίδιοι που σταμάτησαν να αγοράζουν, για να συντελεστεί επιτυχώς η υποτίμηση, να έλθουν να εξαγοράσουν την υλική μετά την ηθική υπόσταση των ανθρώπων δίνοντάς τους σκουπίδια, τα οποία, μετά την εξαθλίωση, φαντάζουν νόστιμα εδέσματα. Ένα καλό παράδειγμα, είναι η διά νόμου αποκοπή της πρόσβασης των Ελλήνων στο φρέσκο ελληνικό γάλα, και ο έμμεσος εξαναγκασμός τους, με τον ίδιο νόμο, να καταναλώνουν το γερμανικό ή το ολλανδικό μακράς διαρκείας.
Την εικόνα αυτή, της οικονομικά δυσοίωνης πραγματικότητας, αν τη συμπληρώσουμε με τα σύμβολα, στα οποία αναφέρεται ο συγγραφέας στο τέλος του πρώτου κεφαλαίου του βιβλίου, της κραταιής, ακόμα, κατοχής της Κύπρου, ευλόγως θα ερμηνεύσουμε γιατί σκιαγραφείται έτσι, το πορτραίτο ενός λαού έντρομου, συγχυσμένου, αποπροσανατολισμένου. Το ματωμένο χθες της ιστορίας αιμορραγεί καθημερινά μπροστά στα μάτια μας. Ο ορίζοντας του σημαιοστολισμένου Πενταδάχτυλου φυλακίζει το βλέμμα και βασανίζει το νου, που ξέμαθε να οραματίζεται μια πατρίδα ελεύθερη. Κι εκεί που βρήκε, νόμισε, διέξοδο στη θάλασσα, ήλθε το υπερωκεάνιο του μνημονίου να προσθαλασσώσει το απογειωμένο, έστω τεχνητά, γόητρο, και να θυμίσει στους Έλληνες της Κύπρου ότι μπροστά είναι γκρεμός και πίσω θάλασσα, δική τους μαζί και μανιασμένη. Αριστοτεχνικά περιγράφει ο Άθως την περιδεή  προσωπικότητα του ανθρώπου που έτσι αισθάνεται στις πρώτες ενότητες του δεύτερου κεφαλαίου. Ο φόβος, ο χείριστος των συμβούλων, υποβάλλει τη χειρότερη λύση, που κάνει τον παγιδευμένο να μη σκέφτεται την απελευθέρωσή του και, έρμαιο του εφιάλτη, να θεωρεί την παγίδα του καινούργια ζωή του.
       Χαρακτηριστικό της ικανότητας ενός θεραπευτή εγνωσμένης αξίας όπως ο Άθως, είναι η ακριβής, όσο δυσάρεστη, διάγνωση. Σ’ αυτή θα στηρίξει τη θεραπευτική του, η οποία, κατά τη γνώμη μου, αρχίζει στην τρίτη ενότητα του δεύτερου κεφαλαίου. Εδώ, που μιλάει για την ψυχοπαθολογία των Γερμανών, που αναβαθμίζει έξοχα το συναίσθημα ως μήτρα του πολιτισμού, και εκθέτει την υποκριτική εμμονή στην άτεγκτη συνέπεια ως τη συγκαλυμμένη εξαπάτηση της γερμανικής διαστροφής και την απροκάλυπτη αποκάλυψη της στείρας τους λογικής.
Αναθαρρεί, λοιπόν, ο αναγνώστης, συναισθανόμενος την πολιτισμική ανωτερότητά του, όταν εμφορείται, φυσικά, από τη συνείδηση της στοχαστικής αναφοράς στα πράγματα, που, πρέπει να σκεφτόμαστε, δεν τους ανήκει το χρώμα τους περισσότερο από ό,τι ανήκει στα μάτια μας. Η μόνιμη αυτή διαστρέβλωση που συνείχε το γερμανικό, και ευρύτερα δυτικοευρωπαϊκό πνεύμα ανά τους αιώνες, οδήγησε στις αιματηρές σταυροφορίες, στις αιματοχυσίες των θρησκευτικών πολέμων στην Ευρώπη, και στους δύο παγκόσμιους πολέμους στον εικοστό αιώνα.
Οι διαπιστώσεις αυτές αποτελούν τον προθάλαμο, στον οποίο αρθρώνεται η πρόταση αντίστασης, που διατυπώνει ο Άθως. Απόσειση του φόβου προτείνει, πρωτογενή απομάγευση από τις υποβολές αλλότριων συμφερόντων. Ευθύνη, δηλαδή, επικαλείται. Την ίδια που ο Καντ όριζε ως προϋπόθεση για την ωριμότητα. Γιατί, για πολλά μπορούμε να αποποιηθούμε τις ευθύνες μας. Όχι, όμως, για την ανωριμότητά μας. Δεν έχει νόημα, ούτως ή άλλως. Οι συνέπειές της είναι ανεπίστροφες. Είναι στοιχειώδες να μην ταυτιζόμαστε, τουλάχιστον, σε ό,τι δεν είμαστε ή δεν θα θέλαμε να είμαστε. Ακόμα και στη δεύτερη περίπτωση, έχουμε δικαίωμα να αρνηθούμε τον εαυτό μας. Είναι η προϋπόθεση για να τον αλλάξουμε.
Κι αυτό για να αποφύγουμε την εξασθένηση σε βαθμό αυτοδιάλυσης, εξηγεί στην ένατη ενότητα του δεύτερου κεφαλαίου. Είτε με τη μορφή ακραιφνώς ψυχικών πληγών, είτε, χειρότερα, με την καταρράκωση και των σωματικών λειτουργιών, συντελείται το έγκλημα που, «αθώα», δρομολογούν οι ξένοι, ευκαιριακοί αλλά αδυσώπητοι ταγοί. Το να μην έχουμε ψευδαισθήσεις για τις καταστροφικές αλλοιώσεις, σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο, που μπορεί να συνεπιφέρει η πίεση που ασκούν επάνω στο λιπόσαρκο σώμα των απελπισμένων οι ισχυροί, είναι κρίσιμο.

Ακόμα περισσότερο κρίσιμη, όμως, για τον Άθω, είναι η πεποίθηση ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε, όσο δύσκολο κι αν είναι. Η άγκυρα της πίστης αυτής έχει έδαφος να ακουμπήσει. Είναι το στέρεο έδαφος, στο οποίο οι Έλληνες ακόμα μπορούν να πατούν: το έδαφος της αναφοράς στην ελληνικότητα μέσω της γλώσσας και της γης, που τροφοδοτούν την ελληνική μας μνήμη. Η μνήμη αυτή, πρόσφορη ευτυχώς ακόμη, δεν λάθεψε στη διάρκεια των αιώνων. Οι Έλληνες, διαρκώς στις επάλξεις του αγώνα, το θέλουν δεν το θέλουν, από τη μνήμη τους θα κρατηθούν και τώρα και πάντα. Κείμενα σαν του Άθω μας το υπενθυμίζουν. Τον ευχαριστούμε!     

Κυριακή, 9 Μαρτίου 2014

"Ηττηθήκαμε; Νικήσαμε;..."



ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Το Συμβούλιο Ελληνικού Πολιτισμού και ο Σύλλογος Εργαζομένων της Ε.ΥΔ.Α.Π. σας προσκαλούν στην ομιλία του
Δρος Ιωάννη Σ. Χριστοδούλου (Καθηγητή – συμβούλου στο Ε. Α. Π.)

“Ηττηθήκαμε; Νικήσαμε; Σκέψεις για τη ζωή μας, για την Ελλάδα…”

15 Μαρτίου 2014, 18.00
Πολιτιστικό Κέντρο της Ε.ΥΔ.Α.Π
Λαρίσσης και Ιτέας 2 – Πανόρμου, Σταθμός Μετρό Πανόρμου

Σεμινάρια ακαδημαϊκού έτους 2013 – 2014
Σύλλογος Εργαζομένων της Ε.ΥΔ.Α.Π. - Συμβούλιο Ελληνικού Πολιτισμού

Πυθαγόρας ο Σάμιος




Το Πανεπιστήμιο Κύπρου απόψε, ως όφειλε, φιλοξενεί την παρουσίαση του βιβλίου της κ. Βέρας Κορφιώτη «Αυτός έφα! Πυθαγόρας ο Σάμιος». Το πόνημα της συγγραφέως που τιμάται απόψε, είμαι στην ευχάριστη θέση να δηλώσω, καθιστά την οφειλή του Πανεπιστημίου αυτονόητη. Όπως όλα τα βιβλία της κλάσης του, αποτελεί πρόκληση για τον επιστήμονα που θα το μελετήσει, και πηγή γνώσης και αναγνωστικής απόλαυσης για το κάθε φιλέρευνο πνεύμα που θα του αφιερωθεί για όσο χρειαστεί να το διεξέλθει. Όχι πολύ, πρέπει να πω, παρόλο που πρόκειται για μεγάλο βιβλίο. Αφού η επιδεξιότητα της συγγραφέως του, δεν αφήνει τον αναγνώστη, σε κενά συγγραφικού αυτοθαυμασμού, να σκεφτεί τον χρόνο που δαπανά για να το διαβάσει. Έτσι, το βιβλίο τελειώνει γρήγορα.
Η ανάγνωσή του, εννοώ, γιατί η επίδρασή του είναι μόνιμη. Είναι εκείνη των κειμένων στα οποία θέλεις να επιστρέφεις, για να σιγουρευτείς ότι ο συγγραφέας τους όντως εννοούσε ως σημαντική τη σχέση που θέλησε να αρχίσει μαζί σου με το βιβλίο του. Στο συγγραφικό αυτό έργο της κ. Κορφιώτη, το αφιερωμένο στον πλάνητα φιλόσοφο Πυθαγόρα, διάχυτη είναι η επιστημονική επιφύλαξη, που το καθιστά αξιόλογη ερευνητική απόπειρα. Δεν φείδεται όμως, η συγγραφέας, λογοτεχνικού οίστρου, δεδομένης αξίας, που ενεργοποιεί ο, ζωοποιός για το κείμενο, θαυμασμός του προσώπου του φιλοσόφου, του οποίου φιλοτεχνεί το πορτραίτο.
Αυτός ο ύμνος της, των 450 σελίδων, του Πυθαγόρα της Μεγάλης Ελλάδας, με όλες τις σημασίες της έκφρασης, συνδυάζει την πίστη στην απόδοση των θεωριών του Δασκάλου, την έγνοια για τις ιστορικές λεπτομέρειες, που είναι συγκεχυμένες, και τη μετριοπάθεια στην ερμηνεία αμφοτέρων. Μια διαλεκτική προσέγγιση, δηλαδή, εμποτισμένη από τη συνείδηση του τολμήματος που επιχειρεί: να ανασυνθέσει τη μυστική ζωή και σκέψη της πιο κρυπτικής φιλοσοφικής φυσιογνωμίας του αρχαίου κόσμου, του φιλοσόφου που πρώτος επεχείρησε να κάνει από τη σκέψη του σχολή, από τη σχολή του να διδάξει τρόπο ζωής, και από τον τρόπο αυτό της ζωής να υψώσει κλίμακα προς την αιωνιότητα. Όλοι οι φιλόσοφοι, τουλάχιστον, θα ήθελαν ο Πυθαγόρας να είναι προφήτης˙ του μεγαλείου, τουλάχιστον, της φιλοσοφίας˙ της αξίας της στους αιώνες…   
Σήμερα, που τόσο μας χρειάζονται οι προφήτες, η κ. Κορφιώτη μας προσφέρει με εύγλωττη γενναιοδωρία έργο της, που προϋπέθεσε πολύ από τον χρόνο της και κόπο, για να μας θυμίσει ότι το πλήθος των προφητών, στις μέρες μας, παραπέμπει στην τραγικότητα της ιστορικής συγκυρίας, όχι στην ευκολία της. Γιατί αυτό το πλήθος, των δασκάλων, των δημόσιων ταγών κάθε είδους, φανερώνει την ανοχή των ακροατών τους. Η αμάθεια είναι η μόνη τους – αλλά όχι σωτήρια - δικαιολογία.
Αν ο ίδιος ο χαμός του Πυθαγόρα, τελικά, και η καταστροφή της σχολής του, οφείλεται στην αδυναμία του φιλοσόφου να σκεφτεί και να επηρεάσει τους Κροτωνιάτες, να προτείνει λύση για το πρόβλημα των ικετών από τη Σύβαρη, τότε μπορεί κανείς να καταλάβει γιατί ο ιστορικός χρόνος επισωρεύει τόσα δεινά στα γένη των ανθρώπων. Αν ο Πυθαγόρας, ο γεννήτορας και πνευματικός πατέρας της φιλοσοφίας, που της έδωσε κιόλας το όνομα, δεν μπόρεσε να σκεφτεί ότι δεν μπορείς να λύσεις ένα πρόβλημα με θεωρίες, όσο ελκυστικές, αν αγνοήσεις τον παράγοντα που σου θέτει το πρόβλημα, τους 500, εν προκειμένω, ή όσους θέλησαν να κάνουν το πρόβλημά τους πρόβλημα του Κρότωνα, τότε τι να περιμένεις από εκείνους που, ως άλλοι ικέτες από τη Σύβαρη, υπόσχονται στον άνθρωπο να λύσουν τα προβλήματά του, κάνοντας τα δικά τους προβλήματα δικά του;
Έφταιγε ο Πυθαγόρας; Όχι. Το βιβλίο της κ. Κορφιώτη μας θυμίζει ανάμεσα σε  άλλα πολλά, ότι η σοφία, όσο κι αν είναι υψηλή, και του Πυθαγόρα ήταν, κρίνεται στην εφαρμογή της. Το «ευ πράττειν» δεν εξαρτάται από αυτό που σκέφτομαι, αλλά από τη δοκιμασία αυτού που σκέφτομαι στην πράξη. Η φιλοσοφία, του Πυθαγόρα εν προκειμένω, λοιπόν, δεν είναι σπουδαία γι’ αυτό που είναι, αλλά γι’ αυτό που γίνεται όταν μπορεί να γίνει κανόνας μιας δικαιωμένης ζωής. Το πόσο συναρπαστικός είναι ο αγώνας αυτός, του φιλοσόφου και των μαθητών του, η κ. Κορφιώτη καταφέρνει στο βιβλίο της να το μεταφέρει στον αναγνώστη. Συγχαρητήρια!

(Παρουσίαση του βιβλίου της Βέρας Κορφιώτη "Αυτός έφα! Πυθαγόρας ο Σάμιος", Πανεπιστήμιο Κύπρου, 05-03-2014)