Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

Μέρες Νοεμβρίου, μέρες Πολυτεχνείου



Οι πολίτες στην Ελλάδα, το 1973, έβλεπαν να ξεδιπλώνεται το σχέδιο της Χούντας για τη νομιμοποίησή της. Έγινε το δημοψήφισμα της 29ης Ιουλίου για τη μετατροπή του Συντάγματος σε Προεδρική Κοινοβουλευτική Δημοκρατία και, λίγο πριν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, είχε σχηματιστεί κυβέρνηση - παρωδία υπό τον Σπύρο Μαρκεζίνη, η οποία έπεσε μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Για τα γεγονότα των ημερών εκείνων, του Νοεμβρίου, τώρα πια γνωρίζουμε πολλά. Η αντίδραση των φοιτητών, κυρίως, δεν ήταν οργανωμένη. Η επίσημη αριστερά, φερειπείν, δεν είχε κάνει οποιοδήποτε σχεδιασμό και επουδενί είχε τον έλεγχο. Ως επί το πλείστον, η ένταση της αντίδρασης τροφοδοτούνταν από τον αυθορμητισμό στην αρχή των φοιτητών, και μετέπειτα και άλλων, που προσέτρεχαν για συμπαράσταση, στο Πολυτεχνείο. Τα αντανακλαστικά της κοινωνίας, ούτως ή άλλως, ήταν τεταμένα.
Τα έκτροπα, στις 17 Νοεμβρίου, πήραν έκταση που κανένας δεν μπορούσε να προϋπολογίσει. Δεν αναφέρομαι, φυσικά, στις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, αλλά στον “ζήλο” των δυνάμεων καταστολής, της αστυνομίας στην αρχή και του στρατού ακολούθως. Για τις εν ψυχρώ δολοφονίες της νύχτας εκείνης δεν έγινε κατορθωτό να αποδοθούν ευθείες ευθύνες - δεν έχουμε τα στοιχεία - σε επικεφαλής των εν λόγω επιχειρήσεων ή σ’ εκείνους που είχαν το γενικό πρόσταγμα. Μπορούμε όμως, οπωσδήποτε, να καταλογίσουμε τα εγκλήματα σε αφιονισμένους εκτελεστές, αστυνομικούς και στρατιωτικούς, οι οποίοι, στο πλαίσιο της καταχρηστικής νομής της εξουσίας, ενσάρκωναν την αστυνομοκρατική βαρβαρότητα. Η φυσική εξόντωση των αντιφρονούντων ήταν, για τους “τηρητές της τάξης”, το εύλογο, αποτρόπαιο “καθήκον” τους. Για να διεκπεραιωθεί, προϋποτίθετο ο εκβαρβαρισμός του ήθους των νομιμοποιημένων δολοφόνων.
Ο αγώνας του Πολυτεχνείου ήταν ανοργάνωτος, σπασμωδικός, οι αγωνιστές ανυπεράσπιστα πρόβατα επί σφαγή, οι μαζικές αντιδράσεις άλλοθι για τη συκοφάντηση μιας αυθόρμητης επανάστασης και για τη σκλήρυνση των πρακτικών του καθεστώτος απέναντι στον λαό. Μάλιστα, αν δεν συνέβαιναν τα γεγονότα της Κύπρου, το Πολυτεχνείο δεν θα έριχνε τη Χούντα. Θα την εδραίωνε! Οι νεκροί, αφανείς και γνωστοί, δεν θα ήταν αυτό που έγιναν επειδή συνέπεσε το τέλος της δικτατορίας να είναι κοντά, εξαιτίας της Κύπρου, αλλά θα έμπαιναν στον αχανή κατάλογο, τον τυλιγμένο από την ομίχλη της ιστορικής λήθης, των θυμάτων των αυταρχικών, εγκληματικών καθεστώτων της ελληνικής και παγκόσμιας ιστορίας.
Επειδή οι συμπεριφορές, οι καταχρηστικές, των κέρβερων της απολυταρχικής εξουσίας δεν περιορίζονται σε χουντικά καθεστώτα, επιμένω αρκετά. Επειδή, επίσης, την ίδια νοοτροπία ενστερνίζονται και παρακρατικές, ακροδεξιών αποκλίσεων εξτρεμιστικές ομάδες, που ανέκαθεν υπήρχαν και, όπως ξέρουμε, ενισχύονται σήμερα, οφείλουμε να είμαστε σε θεωρητική και πολιτική επιφυλακή. Υπό το πρίσμα μιας περιεσκεμμένης αντίληψης για την κοινωνική αλλαγή και την πρόοδο, οφείλουμε να καταγγέλλουμε τις ακροδεξιές απομιμήσεις των επαναστατικών πρακτικών. Οι χουντικοί, άλλωστε, ονόμαζαν την στρατιωτική τους κατάληψη της εξουσίας “Επανάσταση”.
Σήμερα στην Ευρώπη, που γίνεται πάλι συντηρητική, προοιωνιζόμαστε τον κίνδυνο της εγκατάστασης στην εξουσία ημιχουντικών «δημοκρατών». Το αίμα που χύθηκε άφθονο τη νύχτα του Πολυτεχνείου, όχι μέσα στο Πολυτεχνείο αλλά πέριξ και στους δρόμους των Αθηνών, όχι μόνο των επαναστατημένων πολιτών αλλά, κυρίως, των ανυποψίαστων περαστικών ή εκείνων που οι σφαίρες τους βρήκαν μέσα στο σπίτι τους, δεν μας επιτρέπει να αντιμετωπίζουμε τις επετείους αυτές ως απολιθωμένες ιστορικές πραγματικότητες, ενός ανεπίστρεπτου παρελθόντος, ως μνήμες καθησυχαστικές αγώνων που έγιναν και, δήθεν, δικαιώθηκαν.
Καθεστώτα όπως η Χούντα των συνταγματαρχών, άλλωστε, βρίσκουν, προϊόντος του χρόνου, ισχυρά ερείσματα στον λαό. Μπορούν ακόμα και πλειοψηφικά να γίνουν, αν εθιστεί η συνείδηση του κόσμου στην υποταγή στα κελεύσματα της πειστικής παράνοιας ασύδοτων εξουσιομανών. Η Γερμανία του Χίτλερ είναι πρόσφορο, δυστυχώς, παράδειγμα. Η κοινωνική αλλαγή και η ελευθερία, που είναι τόσο εύκολο να τις φανταζόμαστε, να τις οραματιζόμαστε, να τις προπαγανδίζουμε, δύσκολα κατακτιούνται στην πράξη, και, σε κάθε περίπτωση, όχι με ασυνάρτητες, ασύνειδες ή, χειρότερα, τυφλά καταστροφικές δράσεις. Είναι θνησιγενείς τέτοιες επαναστάσεις, εύκολα φυλλοροούν. Προσφέρουν άλλοθι στη βία της κρατικής καταστολής, οποιασδήποτε απόχρωσης, και είναι ευάλωτες σε προβοκάτσιες και προδοσίες. Τα γράμματα της Ρόζας Λούξεμπουργκ από τη φυλακή, και ό,τι ακολούθησε την αποφυλάκισή της, η επιβεβαίωση των διαπιστώσεών της, στέκονται, δυστυχώς, αδιάψευστος μάρτυς. 
Ο επαναστατικός μύλος, απέδειξε η ιστορία, για να γυρίσει, δεν φθάνει το αίμα που τρέχει στο αυλάκι του. Πρέπει ο μηχανισμός του να είναι συμπαγής, το κτίσμα στέρεο, να συντηρείται επαρκώς για να παράγει το προϊόν της ελευθερίας, για το οποίο πρέπει να εργάζεται κάθε επανάσταση. Αυτό είναι το δύσκολο: τελικά η ελευθερία να θριαμβεύσει. Με αυτά δεν σχετικοποιώ την αξία της θυσίας των νεκρών της νύχτας του Πολυτεχνείου. Κάθε άλλο. Προσπαθώ να αποτίσω τον οφειλόμενο φόρο τιμής στη μνήμη τους. Αυτά και όλα τα θύματα των συνθλιπτικών λίθων της εξουσίας, ένας τρόπος να τα δικαιώσουμε υπάρχει: να συνειδητοποιούμε και να αποκαλύπτουμε σε ποιου παραλογισμού το θυσιαστήριο θυσιάστηκαν, ποιες ήταν οι δόλιες και άδικες δυνάμεις που τα συνέθλιψαν, αλλά και ποιοι επιχειρούν να καπηλευτούν τη μνήμη τους, να αναγάγουν τη θυσία τους σε υπόθεση ανιδιοτελούς, ιδιωτικού ηρωισμού και αυτάρεσκης αυταπάρνησης, και να ρίξουν τους προβολείς της ιστορικής δημοσιότητας επάνω τους… Λες και τον ήθελαν τον αδόκητο χαμό τους για να δοξαστούν και να γίνονται στη μνήμη τους συναυλίες και διαδηλώσεις και πανηγύρια, και ηχηρές εκδηλώσεις τιμής, στις οποίες προβάλλονται οι εκάστοτε ομιλητές και οι δηλώσεις τους στις κάμερες της τηλεόρασης.
Κατεξοχήν θεσμικό δικαίωμα να επιτελούν τους εορτασμούς για το Πολυτεχνείο δημόσια, προβεβλημένα, έχουν όσοι εκπροσωπούν την εκάστοτε εξουσία, που αναγνωρίζει, δήθεν, μια επανάσταση. Κάθε φορά, επίσης, εκείνοι που καταγγέλλουν την υποκρισία των “επίσημων” εκφραστών της μνήμης των ηρώων, την καπήλευση εκ μέρους τους, την αναξιότητά τους, εκείνοι που εκφράζουν όντως το πνεύμα της αντίστασης στην αυθαιρεσία, που σκότωσε τους αδικοχαμένους του Πολυτεχνείου, γίνονται, για την εξουσία, ύποπτοι, υποψήφιοι ένοχοι, οι επόμενοι που ίσως χρειαστεί να τους κλείσουν το στόμα. Επέτειοι όπως του Πολυτεχνείου, όμως, είναι ευκαιρίες να αισθανόμαστε ντροπή για την ανθρώπινη αναλγησία, όνειδος για τη βαρβαρότητα της εξουσίας. Είναι αφορμές για να συλλογιζόμαστε την αδυσώπητη μοίρα όσων τυχαίνει να μπαίνουν στο στόχαστρο τυφλωμένων από τη συγκυριακή πολιτική τους δύναμη ημιαγρίων.
“Εις μνημόσυνον αιώνιον”, λοιπόν, “έστωσαν οι δίκαιοι” του Πολυτεχνείου, ανεξάρτητα από τις συγκυριακές πρακτικές αναφοράς στην εξέγερση του Νοεμβρίου του ’73. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης μας το έλεγε: «Ουχ ελληνικόν το προσκυνείν ιδέες – δόγματα και ανθρώπους - δεσπότες». Το απροσκύνητο φρόνημα, αν δεν περιορίζεται σε λεκτικούς παλληκαρισμούς, αν γίνεται κίνδυνος για εκείνους που το έχουν, θυμίζει ότι ο κίνδυνος προέρχεται από εκείνους που, εξουσιομανείς, θέλουν προσκυνημένους πολίτες, ταπεινωμένες συνειδήσεις, καμπουριασμένο το ηθικό, υποτακτικό στους εχθρούς του Ανθρώπου, τους απροκάλυπτους ή φτιασιδωμένους καταπιεστές.
Στα σύγχρονα, του δυτικού κόσμου κράτη, έφθασαν να μην είναι λίγες, ολόχρονα, οι αιματηρές μέρες και νύχτες, όπως του Πολυτεχνείου ενός Ελληνικού Νοεμβρίου. Αυθόρμητες επαναστάσεις ακόμα γίνονται. Και έχουν όλες την ίδια κατάληξη: νεκρούς που δεν “δείχνουν τον δρόμο”. Οι νεκροί μένουν νεκροί. Για μας ο “δρόμος είναι δρόμος”. Όπως και για κείνους, βέβαια, που τελικά τον έχασαν… 

17 Νοεμβρίου του ’73, στην Αθήνα της Χούντας, η νύχτα έγινε σύμβολο. Η συμβολική πολιτική σκέψη έγινε, έκτοτε, κι έτσι ας μείνει, η πολιτική ενσάρκωση του ελληνικού ανθρωπισμού.

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

Σκέψεις για το ’40


Μεταφερόμαστε κάθε χρόνο, άλλοι νοερά, άλλοι με τη βοήθεια της μνήμης, σε μια εποχή αγωνίας, πόνου αλλά και συγκλονιστικών συγκινήσεων, εποχή εθνικού πάθους αλλά και εθνικής υπερηφάνειας, την εποχή του Β΄ παγκοσμίου πολέμου στην Ελλάδα. 28 Οκτωβρίου, πριν 76 χρόνια, η ιστορία είχε αποφασίσει. Ακόμα μια φορά, η Ελλάδα είχε προκριθεί,  είχε επιλεγεί, για να δώσει το παράδειγμα της δύναμης που μπορεί να αντλήσει ο άνθρωπος από το ψυχικό απόθεμα της αγάπης για την πατρίδα του, της ανάγκης να παραμένει η πατρίδα του αλώβητη, για να τη χαίρονται και να ζουν με αξιοπρέπεια ο ίδιος και τα παιδιά του και τα παιδιά των παιδιών του.
Γιατί η τύχη των εθνών και των πατρίδων και των λαών που τις κατοικούν, αποδεικνύει η ανθρώπινη ιστορία μέχρι στιγμής, δεν κρίνεται από τους όρους και το μέγεθος της οικονομικής ανάπτυξης, ούτε από την ευμάρεια και τα έργα της ειρήνης. Κρίνεται, δυστυχώς, απ’ της ψυχής το ξάφνιασμα μπροστά στην απειλή που, σαν παγωμένος άνεμος, εκτοξεύεται στη ζεστή μας καρδιά, όταν το μόνο που λαχταράμε, άνθρωποι εμείς φιλήσυχοι και φιλειρηνικοί, είναι ο αγώνας για την ατομική προκοπή, την κοινωνική ελευθερία και την οικογενειακή ευτυχία. Έτσι ενέσκηψε στους Έλληνες, για πολλοστή φορά, η πικρή ανάγκη να πολεμήσουν. Έτσι ενσκήπτει πάντα η ανάγκη, πικρή, και το καθήκον βαρύ, όταν ματώνουν τα βουνά και οι κάμποι, από τη βάρβαρη περπατησιά ανόσιων εισβολέων. 
Ένα από τα πολλά αξιοθαύμαστα της ελληνικής ψυχής θα τονίσω. Ιταλοί και Γερμανοί είχαν οδηγό, αρχηγό, έστω τους ανεκδιήγητους εκείνους, που μεθοδικά καλλιέργησαν στους λαούς τους το φρόνημα του εισβολέα. Οι Έλληνες ποιον είχαν; Ποιος εμψύχωνε τους μαχητές της ελευθερίας; Ο Μεταξάς; Όχι βέβαια. Ποια η πηγή της χαράς εκείνων, των απλών ανθρώπων, των απέριττων ψυχών, που βάδιζαν με το κεφάλι ψηλά και την καρδιά γεμάτη; Χρόνια τώρα το σκέφτομαι.
Ένιωθαν τον πόλεμο, υποψιάζομαι, ως μια ευκαιρία, επίσης, να απαλλαγούν από μια ηγεσία που δεν τους άξιζε. Αποδείκνυαν, με την ορμή τους να πολεμήσουν, ότι δεν είχαν ανάγκη από κηδεμόνες, ότι οι τύραννοι που τους ταλαιπωρούσαν ήταν πολύ μικροί για να βρίσκονται επικεφαλής μιας πατρίδας, που μόνο με το αίμα των αγώνων του λαού της σε ειρήνη και πόλεμο ζωντανεύει.

Στον Έλληνα δεν πρέπουν τα μικρά. Χρειάζεται κίνητρα για να μεγαλουργήσει, ωραίες, σπουδαίες αφορμές. Ανέκαθεν, τέτοιες αφορμές, του της έδιναν απλόχερα οι εχθροί του και, σπάνια, άξιοι ηγέτες του. Μακάρι, στο μέλλον, η αναλογία να αντιστραφεί!


Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

Η Μαρμαρωμένη Ελληνική Μνήμη


Θερμά ευχαριστώ για την πρόσκληση, να μιλήσω απόψε, την Ανεξάρτητη Κίνηση Δασκάλων· τον φίλο, συνοδοιπόρο στη Φιλοσοφία και συνεργάτη Κωνσταντίνο Κωνσταντίνου όλως ιδιαιτέρως. Προσκεκλημένος για τέτοιες ομιλίες, δεν χρειάζεται, ευτυχώς, να επιλέξω το ύφος του λόγου. Το ύφος είναι έτοιμο, εκεί, ο λόγος περιμένει, και μένει να βρεθούν τα λόγια. Εν αρχή ην ο Λόγος … και Θεός ην ο Λόγος.
Γιατί, ξέρετε, αν θέλατε, απλώς, να μάθετε για την Άλωση, για τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, δεν χρειαζόταν να έλθετε εδώ απόψε. Τώρα πια δεν χρειάζεται να κινηθεί κανείς για να «βρει», να συναντήσει τη γνώση. Τώρα η γνώση είναι πρό-χειρη, σε απόσταση χειρός από τον νου μας. Εδώ, μάλλον, ήλθατε για τον λόγο. Αυτός, ο λόγος, που μπορεί, φυσικά, να μεταφέρει γνώση, δεν είναι ακόμα, ευτυχώς, τόσο εύκολα προσβάσιμος. Αποτελεί, ακόμα, κίνητρο για να μετακινηθεί ο άνθρωπος, να πάει να τον βρει να τον ακούσει. Είναι κίνητρο, ακόμα, ζωής. Με αυτό το πνεύμα ήλθα να σας μιλήσω απόψε, μετακινήθηκα απόψε, κι εγώ, από τη Λευκωσία στη Λεμεσό.
Πολλαπλός ο σκοπός μου, για να αρχίσω όπως όταν γράφω ένα επιστημονικό άρθρο. Να σας μιλήσω για τον Λόγο, για τον Παλαιο-λόγο, για τον λόγο του, για τον λόγο που εκφέρεται για εκείνον, τον Κωνσταντίνο. Για τον λόγο, επίσης, που τον θυμόμαστε ακόμα σήμερα, που δεν μπορούμε να τον ξεχάσουμε, για τη μαρμαρωμένη ελληνική μας μνήμη.
            Αν έμεινε από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο κάτι, ήταν εκείνος ο λόγος του, παραμονές της μεγάλης σφαγής, της Άλωσης της Πόλης.
 Ήταν, ο Κωνσταντίνος, το σπαθί που χτυπούσε με δύναμη; Όχι! Κι άλλων τα σπαθιά χτυπούσαν, απλών φυλάκων της πύλης του Αγίου Ρωμανού. Ήταν, ο Κωνσταντίνος, το σκήπτρο, η κορώνα; Σκήπτρο στο χώμα, χωρίς χέρι, κορώνα στο χώμα, χωρίς κεφάλι. Ο Κωνσταντίνος ήταν ο λόγος του. Ένα δείγμα, για το σκοπό της αποψινής εκδήλωσης, από τα ερανίσματα του Θεόφιλου των Χρονικών του Φραντσή. «Μετά ταύτα ο αγνισμένος και ως πρόβατον επί σφαγήν αγόμενος αυτοκράτωρ, αποτεινόμενος προς τους παρευρισκομένους, παρεκίνησεν αυτούς πρώτον μεν να συγκοινωνήσωσιν άπαντες αδελφικώς, έπειτα δε να ενθυμηθώσιν, ότι “ήγγικεν η ώρα κατά την οποίαν πρέπει να αγωνισθώσι τον υπέρ πάντων αγώνα, και εάν δεν ήναι παρά Θεού ωρισμένον να σώσωσι διά της θυσίας αυτών την Πατρίδα, πρέπει να αφήσωσιν εις τους απογόνους μνήμην Ανδρείας και Αρετής τοιαύτην, οία είναι αναγκαία, όπως διαφυλάξωσιν εν τη ενδεχομένη δουλεία την Πίστιν των Πατέρων, και τον σεβασμόν προς την αρχαίαν δόξαν.” Ποιος ξέρει, άραγε, αν τα είπε αυτά ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος; Μας αρέσει, πάντως, να φανταζόμαστε ότι τα είπε, από σεβασμό στην αρχαία δόξα.
Κι εκείνος, ο Παλαιολόγος, όπως και όλοι οι Έλληνες ανά τους αιώνες, από την αρχαία δόξα έπαιρναν έμπνευση για να υπομείνουν τη δυσχέρεια του παρόντος τους, το φόβο τους για το μέλλον. 
Όταν ήμουν παιδί, στη δεκαετία του ΄70, η μέρα μου ξεκινούσε με το μικρό μου ραδιόφωνο. Σαν φυλαχτό το είχα, για τα τραγούδια που έπαιζε ο κρατικός σταθμός, εξ ορισμού πολιτισμού, τότε… Ένα τραγούδι, που το θυμάμαι καλά, για τη γλυκόπικρη μουσική και τους θλιμμένους στίχους του, είναι “Ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς” με μουσική του Καλδάρα και στίχους του Πυθαγόρα, από τον περίφημο δίσκο με τίτλο “Μικρά Ασία”.
“Έστειλα δυο πουλιά στην κόκκινη μηλιά
που λένε τα γραμμένα,
το ‘να σκοτώθηκε τ’ άλλο λαβώθηκε
δεν γύρισε κανένα.
Για τον μαρμαρωμένο βασιλιά
ούτε φωνή ούτε λαλιά.
Τον τραγουδάει όμως στα παιδιά σαν παραμύθι η γιαγιά…”
Δεν καταλάβαινα πρέπει να πω, τότε, στα εννιά – δέκα μου χρόνια, το νόημα των στίχων. Είναι ποίηση, αυτή, που αργείς να την καταλάβεις, και δεν αρκεί κιόλας - να την καταλάβεις. Είναι ποίηση που γίνεται, αν γίνεται, το οξυγόνο που αναπνέεις. Η γιαγιά του Πυθαγόρα, πάντως, είναι η ίδια γιαγιά του Βιζυηνού, στον “Τελευταίο (του) Παλαιολόγο”:
“Τον είδες με τα μάτια σου, γιαγιά, τον Βασιλέα,
ή μήπως και σε φάνηκε, σαν όνειρο, να πούμε,
σαν παραμύθι τάχα;
-          Τον είδα με τα μάτια μου, ωσάν και σένα νέα,
Πα να γενώ εκατό χρονώ, κι ακόμα το θυμούμαι,
Σαν νάταν χτες μονάχα.”
            Είναι γιαγιάδες μιας εποχής αυτές, που οι γιαγιάδες λέγανε παραμύθια, κι οι ποιητές τις τραγουδούσαν, μήπως και κουραστούν να διηγούνται μύθους, μήπως και αποκάμει η μνήμη τους και λυγίσει η ψυχή τους, και λιγοστέψει ο χρόνος που οραματίζονται για το μέλλον των παιδιών τους. Γιατί ο χρόνος που μας φανταζόμαστε να ζούμε στο μέλλον, οι άνθρωποι – οι λαοί, είναι ανάλογος μ’ εκείνον που μας αρέσει να σκεφτόμαστε τον εαυτό μας στο παρελθόν.
            Γιατί, όμως, να μας αρέσει να σκεφτόμαστε, να φανταζόμαστε όσα φρικτά συνέβησαν 562 χρόνια πριν, τότε που ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κειτόταν όχι μαρμαρωμένος αλλά κατασφαγμένος στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού που υπερασπιζόταν, στο τέλος, μόνος του, βασιλιάς εκείνος, που θα μπορούσε να έχει σώσει τη ζωή του παραδίδοντας την Πόλη, ακόμα και μετά την πολιορκία της; Γιατί, λοιπόν, η μνήμη των Ελλήνων μαρμαρώνει; Γιατί η φαντασία τους παραλύει στη σκέψη των Παλαιολόγων του Ελληνισμού; Την απάντηση τη βρίσκουμε πάλι στον Βιζυηνό:
“Κι ο Μωχαμέτ ο ίδιος του πα στ’ άγριό του άτι
-Δος μου της Πόλης τα κλειδιά! Του Κωνσταντίνου κράζει,
Και το σπαθί σου δος μου!
-Έλα και παρ’ τα! λεγ’ αυτός, του Τούρκου του μουχτάτη
Εγώ δεν δίνω τίποτε! Τίποτ’ ενόσω βράζει
μία στάλλα γαίμα εντός μου!-

“…Απ’ ταις σαράντα κι ύστερα Θεός τον παραγγέλνει
-Για του λαού τα κρίματα, είναι γραφτό να γείνη,
Προσκύνα τον Σουλτάνο!-

Μ’ αυτός, το χέρι στο σπαθί, πεισμώνεται, δεν θέλει!
-Πριν μπρος σε Τούρκο τύραννο το γόνατό μου κλύνη,
πες κάλλιο ν’ αποθάνω!

Αυτό, νομίζω, που κάνει το νου να σαστίζει, με τέτοια μια στάση ενός ανθρώπου, αυτοκράτορα ή ταπεινού πολεμιστή, γιατί την ίδια στάση κράτησαν και οι απλοί στρατιώτες που πολεμούσαν στο πλευρό του Κωνσταντίνου, είναι η άρνηση μπροστά στην απειλή. Γι’ αυτό η σκέψη των επών του ελληνισμού δεν χλωμιάζει με το πέρασμα του χρόνου. Όμως, δεν έχει σημασία να καταλάβουμε γιατί εμείς θαυμάζουμε τη στάση αυτή, της άρνησης. Σημαντικό είναι να καταλάβουμε πώς σκέφτεται ένας άνθρωπος που δεν διστάζει να αρνηθεί ακόμα και τη ζωή του μπροστά στην υπέρτερη απειλή.
Οι απειλές κάνουν τους ήρωες ή οι ήρωες τις απειλές; Ο Αυξεντίου θα ήταν ο Αυξεντίου χωρίς την απειλή; Η απειλή θα ήταν απειλή χωρίς τον Αυξεντίου; Ο ήρωας, θεωρώ, κάνει την απειλή αυτό που είναι. Γιατί, χωρίς την άρνηση εκείνου που ανθίσταται, η απειλή είναι απλώς μια πρόταση ζωής. Είναι πρόταση ζωής, όμως; Ή πρόταση θανάτου; Μήπως κάποιος σου προτείνει τη ζωή του για δική σου; Μήπως εννοεί ότι πρέπει να ζεις όπως εκείνος; Μήπως ότι δεν χρειάζεται να θέλεις να ζεις όπως θέλεις; Μήπως ότι δεν χρειάζεται να θέλεις να ζήσεις;
Ποιος εύκολα, θα μου πείτε, το δέχεται αυτό; Πολλοί! Γι’ αυτό ο Μωάμεθ σάστιζε με το πείσμα του Παλαιολόγου. Ήταν αυτό το πείσμα που τον έκανε διπλά αιμοχαρή, διπλά βάναυσο. Την απορία του, σύμφωνα πάλι με τα Χρονικά του Φραντσή, όπως τα αποθησαύρισε ο Θεόφιλος, την εξέφρασε στον Αρχιναύαρχο, τον Λουκά Νοταρά: «Ο Μωάμεθ διέταξε και έφερον ενώπιόν του τον αρχιναύαρχον Λουκάν Νοταράν, προς τον οποίον είπε “Θεώρει τους σωρούς των νεκρών, αυτά τα πλήθη των αιχμαλώτων· ιδού το αποτέλεσμα της αρνήσεως υμών του να παραδώσητε την πόλιν.»
Γιατί, όμως, άνθρωποι όπως ο Μωάμεθ, είχαν ανάγκη να μην τους αντιστέκονται, να μην τους αρνούνται; Γιατί υπάρχουν άνθρωποι όπως ο Κωνσταντίνος. Άνθρωποι που αρνούνται την ουσία αυτού που κάνει έναν Μωάμεθ. Άνθρωποι, στην πραγματικότητα, που ξέρουν μια αλήθεια που οι Μωάμεθ αγνοούν: ότι ο άνθρωπος είναι θνητός. Για τους γνώστες του μυστικού αυτού, δεν έχει σημασία ακριβώς πώς θα ζήσει κανείς. Σημασία έχει ότι ζει. Αυτό δεν μπορούν να διανοηθούν οι Πορθητές, που μοιάζουν να προσπαθούν να καταλύσουν τη συνθήκη της ανθρώπινης ζωής. Για εκείνους, εισιτήριο για την αθανασία είναι να τους αναγνωρίζουν ότι ζουν καλύτερα, εκείνοι, έναντι των άλλων. Γι’ αυτό επιδιώκουν να έχουν περίοπτη θέση, να τους θαυμάζουν, να τους ζηλεύουν, να θέλουν να τους μοιάσουν.
Για τον Μωάμεθ, ο Παλαιολόγος και η Κωνσταντινούπολη ήταν σκάνδαλο, αιτία για να μην ησυχάζει. Πώς να διανοηθεί ότι της καθημαγμένης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας έστεκε ακόμα όρθιο το ενθύμιο, η Πόλη, και εκπρόσωπος του αρχαίου μεγαλείου ο στιβαρός και γεμάτος αυτοπεποίθηση, αλλά και συγκαταβατικός και προσηνής και ειρηνιστής και – το σημαντικότερο – αγαπητός Παλαιολόγος; Για να επιβεβαιώσω την άγνοια που συνοδεύει την έπαρση, όμως, την αφροσύνη που ενυπάρχει στην παραγνώριση της απλότητας της ανθρώπινης ζωής, ο Παλαιολόγος, δεν ήξερε ο Μωάμεθ, ήταν γι’ αυτόν ένα ηχηρό μήνυμα, μια σάλπιγγα που ηχούσε, και τον προέτρεπε να σκεφτεί καλύτερα. Δεν την άκουσε.
Τα 49 χρόνια που ζήλεψε ο Μωάμεθ του Κωνσταντίνου θα ήταν το όριο και της δικής του ζωής. Οι δυο πιο συμβολικοί αντίπαλοι στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού πέθαναν στην ίδια ηλικία, κι αυτό είναι κάτι στο οποίο δεν αποδίδεται ισχυρή συμβολική σημασία, όπως το κάνω απόψε. Όταν ο Μωάμεθ κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη ήταν μόλις 21 ετών. Ο Παλαιολόγος ήταν, για εκείνον, η οντολογική του άρνηση. Ο Κωνσταντίνος εκπροσωπούσε έναν πολιτισμό, ακόμα και θρησκευτικό, τον οποίο ο Μωάμεθ ήξερε και τον θαύμαζε. Ήταν η οντολογική του αντίθεση προσωποποιημένη. Ήταν ο λόγος για να μην υπάρχει.
Αν εξέλιπε αυτός ο λόγος, φανταζόταν, θα άρχιζε να υπάρχει. Ο λόγος εξέλιπε. Αλλά η ύπαρξη του Μωάμεθ δεν μπορούσε να συνεχιστεί πέρα από το όριο που έθεσε στην ύπαρξη του αντίπαλου δέους του. Αυτή ήταν η μοιραία τιμωρία ενός άφρονος, που πίστεψε ότι αρκεί να εκλείψει το όμορφο για να ομορφύνει ο ίδιος. Τι ειρωνεία! Το όμορφο που χάθηκε, στην πρόσκαιρη μορφή του, επεβίωσε στη μνήμη του ανθρώπινου πολιτισμού, στη μνήμη του ελληνισμού πρωτίστως, για να θυμίζει στους αιώνες την ασχήμια του άσχημου. Ποτέ η Κωνσταντινούπολη δεν ξαναέγινε όμορφη. Η μόνη της ομορφιά είναι τα μνημεία του Βυζαντίου, είναι οι θρύλοι, οι παραδόσεις, ό,τι ελληνικό πέρασε από την Πόλη, ό,τι ελληνικό παραμένει ακόμα εκεί. Έχει, άλλωστε, και τούτο το νόημα το μαρμάρωμα της ελληνικής μνήμης. Είναι το παρελθόν μας γεμάτο από μάρμαρα, που μας θυμίζουν όσα μας θυμίζουν. Τα μάρμαρα της Ακρόπολης, τα μάρμαρα της Αγίας Σοφίας, τα θρυλικά…
Ο Μωάμεθ, με την Άλωση, έκανε το ιστορικό μεγαλείο του Βυζαντίου αθάνατο. Έκανε τον Παλαιολόγο από μετριοπαθή άνθρωπο μάρτυρα, σύμβολο του Ελληνισμού στους αιώνες. Ο Μωάμεθ εξάγνισε - και την αίσθηση αυτή την είχε ο Παλαιολόγος τότε - την παρηκμασμένη Βυζαντινή αυτοκρατορία, ενώ πίστευε ότι θα την εξαφάνιζε. Αυτή την πεποίθηση, ότι εξαφάνισαν εκείνο που τους θύμιζε την ασχήμια τους, τη γιορτάζουν κάθε χρόνο οι Τούρκοι, όπως την εισβολή στην Κύπρο, και δεν καταλαβαίνουν ότι υπενθυμίζουν σε όλη την υφήλιο, με τον τρόπο αυτό, ότι καυχιούνται για βιασμούς, για αποκεφαλισμούς, για καταστροφές. Τι άλλαξε, άραγε, από το 1453; Κι όμως. Πληθαίνουν ευτυχώς οι φωνές Τούρκων δημοσιολόγων και δημοσιογράφων, που καταγγέλλουν τη βαναυσότητα των πανηγυριών για την Άλωση. 
Υπερβολές, θα μου πείτε. Θα μου το πείτε; Στην Κύπρο που γνωρίζει από τέτοιους εορτασμούς κάθε καλοκαίρι, κάθε Νοέμβριο; Θα πείσουμε ποτέ τους Αρμενίους, τους Ποντίους, τους Μικρασιάτες, ότι πρόκειται για υπερβολές; Ότι πρόκειται για ιστορία συντελεσμένη, στο μακρινό παρελθόν ξεχασμένη; Δεν νομίζω…
Άλλωστε, όλα που λέμε απόψε, παίρνουν ιδιαίτερο, επίκαιρο νόημα, όταν κάθε βράδυ παρακολουθούμε πως άλλα, σύγχρονα στίφη, κατασφάζουν, λίγα χιλιόμετρα από εδώ, και λεηλατούν πολιτισμικά μνημεία, καταστρέφοντας κάποια και πουλώντας τα περισσότερα σε δυτικούς και άλλους «συλλέκτες». Μονότονη η ιστορία σ’ αυτή τη γωνιά του πλανήτη. Σαν όλα να ξαναγίνονται από την αρχή…
Δεν πρέπει να τελειώσω, όμως, έτσι. Θα τελειώσω όπως άρχισα, με τον λόγο. Δεν με καλέσατε τυχαία, άλλωστε, να μιλήσω. Ο ήρωας που τιμάμε απόψε, και στο πρόσωπό του τους συμπολεμιστές του στα τείχη της Κωνσταντινούπολης και σ’ όλα τα τείχη της ελληνικής ιστορίας, ονομάζεται Παλαιο-λόγος. Ο Κωνσταντίνος ήταν ο λόγος του, και ο λόγος όλων που μιλάνε στο όνομά του, που γράφουν ποίηση στο όνομά του, που διηγούνται, αν ακόμα το κάνουν κάποιοι, θρύλους στο όνομά του, που λένε παραμύθια στο όνομά του. Ο Κωνσταντίνος ήταν ο λόγος του! Πόσο καθαρά το είχε δει ο Ελύτης:
«Πρόσεχε να προφέρει καθαρά τη λέξη θάλασσα
έτσι που να γυαλίσουν μέσα της όλα τα δελφίνια…
Πάντοτε με μια λέξη μες στα δόντια του άσπαστη
κειτάμενος
Αυτός, ο τελευταίος Έλληνας!»
  
                                                       Δρ. Ιωάννης Χριστοδούλου                                                            Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου, 29/05/2015






Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Ο πολιτισμός της εκκλησιαστικής Βυζαντινής Μουσικής



 Ημερίδα: "Θρησκεία και Πολιτισμός"
Λευκωσία, Παλαιά Αρχιεπισκοπή, 07 Δεκεμβρίου 2014

Η ιστορία της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής, όπως μπορούμε να τη γνωρίζουμε σήμερα, είναι υπερχιλιετής. Οι γνώσεις μας, θέλω να πω, φθάνουν με ασφάλεια μέχρι τον 10ο αιώνα μ.Χ.. Οπωσδήποτε, με ασφαλείς εικασίες επίσης, μπορούμε να πάμε πιο πίσω στον χρόνο, δύο με τρεις αιώνες, και να θεωρήσουμε ότι, σήμερα, διατηρούμε και συνεχίζουμε την παράδοση ενός πολιτισμού 13 τουλάχιστον αιώνων. Φυσικά, επειδή η καταγωγή, επίσης, της βυζαντινής μουσικής από την αρχαία ελληνική μουσική και μετρική δεν είναι αβάσιμα που υποστηρίζεται, ο Έλληνας στον 21ο αιώνα, μέσω της μουσικής, κατεξοχήν της Βυζαντινής αλλά και της δημοτικής και, σ’ ένα βαθμό, της λαϊκής και της έντεχνης, επικοινωνεί με την ελληνική αρχαιότητα μέσω της Τέχνης.
Ο βυζαντινός εκκλησιαστικός πολιτισμός, όμως, δεν είναι ο αρχαίος ελληνικός. Όσο κι αν στοιχεία της μουσικής  είναι παρόμοια ή τα ίδια, ο λόγος που υπηρετεί η μουσική στο Βυζάντιο, ως μουσική της Εκκλησίας, είναι κατεξοχήν θεολογικός, χριστιανικός ή χριστολογικός. Ξέρουμε τη μουσική, σήμερα, τη βυζαντινή, με τα κείμενα που συνοδεύει. Η συνείδηση του Έλληνα, έτσι, διαχρονικά, από τον 7ο  τουλάχιστον αιώνα και μετά, πληρωνόταν από λόγο και μέλος εκκλησιαστικά. Στη βάση αυτή υποστηρίζω δύο υποθέσεις εργασίας. Η πρώτη είναι η εξής.  Η συνείδηση του Έλληνα, μέχρι σήμερα, όσο είναι ζωντανά τα σχετικά ακούσματα, είναι πολιτισμικά καθορισμένη, μεταξύ άλλων, και από το βυζαντινό μέλος, ανεξάρτητα από το πόσο ισχυρά είναι ενταγμένος ο Έλληνας στους εκκλησιαστικούς κόλπους. Θεωρώ αυτή τη σημαντικότερη και καλύτερη επιβεβαίωση της δύναμης του πολιτισμού της εκκλησιαστικής βυζαντινής μουσικής.
Πρόκειται για την ιδιαίτερη δυναμική της εκκλησιαστικής ζωής, που διαχέεται στον εν γένει βίο των Ελλήνων. Έτσι, για παράδειγμα, εκκλησιαστικά ρήματα κατακάθηνται στη συνείδηση του λαού εξαιτίας της εκκλησιαστικής μουσικής, με ή χωρίς τη μουσική τους, χάρη, φερ’ ειπείν, στην αθρόα προσέλευση του εκκλησιάσματος σε ορισμένες δημοφιλείς ακολουθίες, όπως εκείνες των πανηγύρεων των ναών. Τότε, στη διάρκεια της αρτοκλασίας, ακούγεται το «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν», σε ήχο πλάγιο του πρώτου. Ο συγκεκριμένος ήχος δεν είναι γνωστός με το όνομά του στους πιστούς. Είναι, όμως, το απήχημα, το άκουσμά του. Στον ίδιο ήχο είναι μελισμένες οι δύο πρώτες στάσεις των εγκωμίων της Μεγάλης Παρασκευής και τα ευλογητάρια της νεκρώσιμης ακολουθίας. Ακόμα κι αν η μουσική του ήχου δεν συνοδεύει στη συνείδηση τη φράση, το «πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν» είναι παροιμιακή επωδός για πολλές περιστάσεις του βίου, των οποίων καθίσταται πρόσφορος σχολιασμός. Το ίδιο ισχύει με αρκετές άλλες φράσεις, που ανευρίσκονται στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, και διαρρέουν στον καθημερινό βίο των Ελλήνων εν είδει λαϊκής, αξιόπιστης και απαράγραπτης σοφίας. Σε όλες τις περιπτώσεις, η μουσική παίζει καθοριστικό ρόλο στη διάδοση του λόγου. Θυμίζω: «μνήσθητί μου Κύριε», από τον ύμνο που συνοδεύει τη θεία κοινωνία, στο τέλος της λειτουργίας, σε ήχο, συνήθως, πλάγιο του τετάρτου. «Είδομεν το φως το αληθινόν», από τον ομώνυμο επόμενο, τον προτελευταίο ύμνο της θείας λειτουργίας, σε ήχο δεύτερο. «Το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής», από τους αίνους της Μεγάλης Πέμπτης, σε ήχο τρίτο. «Ήμαρτον», λέει ένας όχι τόσο γνωστός ύμνος των αίνων της Κυριακής του Ασώτου, «εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου, και ουκ ειμί άξιος κληθήναι υιός σου», σε ήχο πλάγιο του τετάρτου. «Θου κύριε φυλακήν τω στόματί μου», από τους γνωστούς στίχους του εσπερινού του Σαββάτου, μετά το Κύριε εκέκραξα, σε όλους τους ήχους! «Σώσον κύριε τον λαόν σου», από το απολυτίκιο, σε ήχο πρώτο, της Ύψωσης του Σταυρού, που ψάλλεται όμως και σε αγιασμούς, και σε άλλες, μικρές ακολουθίες. «Ο σώζων εαυτόν σωθήτω», τέλος, ο γνωστός ευαγγελικός λόγος, κ.ά.. Αυτή, υπενθυμίζω, η μεταφορά λεκτικών στερεοτύπων από την εκκλησιαστική στην καθημερινή ζωή, εξαιτίας και της μουσικής που συνοδεύει το κείμενο, είναι μία αλλά όχι η μοναδική πολιτισμική μετακένωση. Γίνεται άλλωστε ασυνείδητα.
Δεύτερο στοιχείο, ενδεικτικό για τη διάχυση του εκκλησιαστικού πολιτισμού της μουσικής και για τον εμβολιασμό του πολιτισμικού γίγνεσθαι σε εθνική κλίμακα, είναι ότι η ίδια η τέχνη του ψάλλειν διδάσκεται, αναπτύσσεται και εξελίσσεται εκτός των ναών, στα ωδεία, εκκλησιαστικά και άλλα. Ιεροψάλτες και μουσικολόγοι, στην Ελλάδα και διεθνώς, κάνουν έρευνα, τα ευρήματα και τα πορίσματα της οποίας μπορεί να επηρεάσουν καθοριστικά τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Αναφέρομαι εδώ, για παράδειγμα, στις προσεκτικές βυζαντινές τετραφωνίες στα λειτουργικά του Ιωάννη Σακελλαρίδη, στο ρεύμα που απέκτησαν και τις αντιδράσεις που προκαλούσαν.
Είναι αυτόνομη αυτή η καλλιτεχνική και επιστημονική δραστηριότητα. Διοργανώνονται συναυλίες βυζαντινής μουσικής σε δημόσιους χώρους, ακόμα και σε αρχαία θέατρα. Οι ψάλτες συστήνουν συλλόγους, οι οποίοι δεν επιστατούνται ούτε καθοδηγούνται από την Εκκλησία. Έχουν διεκδικήσεις ανεξάρτητα από την ένταξή τους στην Εκκλησία. Διαμορφώνουν σχολές ψαλτικού ύφους, σε σχέση με το οποίο οι συζητήσεις και οι διαξιφισμοί, κάποτε, λαμβάνουν χώρα εκτός των εκκλησιαστικών κύκλων. Η επίσημη Εκκλησία, φυσικά, επιλεκτικά παίρνει θέση, αλλά δεν μπορεί να επηρεάσει τον καλλιτεχνικό και επιστημονικό διάλογο. Χαρακτηριστικά αναφέρω την Πατριαρχική εγκύκλιο - παρέμβαση της 29ης Μαρτίου 2012, που εξεδόθη για το Θεωρητικό του Σίμωνος Καρρά, το οποίο πρωτο-κυκλοφόρησε το 1982, και το οποίο, προϊόντος του χρόνου, γνώρισε ευρεία διάδοση και τροφοδότησε τον καλλιτεχνικό διάλογο.
Προσωπικά εντάσσω τη συγκεκριμένη ένταση σε μια διαμάχη για το ύφος στην εκτέλεση των ύμνων που κρατάει από τη δεκαετία του ’50, όταν ο Κωνσταντίνος Πρίγκος, με τη φυσική του παρουσία στη Θεσσαλονίκη, άρχισε να επηρεάζει έντονα τον ανερχόμενο Ταλιαδώρο, ο οποίος εκπροσώπησε στη συνέχεια το πατριαρχικό ύφος στην Ελλάδα. Καθοριστική, στο πλαίσιο αυτό, ήταν και η μετανάστευση του Θρασύβουλου Στανίτσα και η εγκατάστασή του, μετά τον διωγμό των Ελλήνων από την Πόλη, στην Αθήνα. Παράλληλα, επειδή ανθούσε στην Αθήνα η σχολή Περιστέρη, φάνηκε να χωρίζει τη Νότιο από τη Βόρειο Ελλάδα και αυτή η διαφορά, η πολιτισμική, εξαιτίας της Βυζαντινής Μουσικής: η διαφορά στο Πατριαρχικό, της Βόρειας Ελλάδας, και το Αθηναϊκό, της υπόλοιπης Ελλάδας ύφος στην εκτέλεση των ύμνων.
Παρόλα αυτά, και αυτό είναι προσωπική μου εκτίμηση, αν ακούσει κανείς τη χορωδία του αείμνηστου Περιστέρη από τη δεκαετία του ’70 και μετά, αλλά και άλλους Αθηναίους ψάλτες, τη δεκαετία του ’50 και του ’60, και τους συγκρίνει με χορωδίες από την Πόλη σε παλαιές ηχογραφήσεις της δεκαετίας του ’30 και του ’40, θα διαπιστώσει ότι ταιριάζουν πολύ τα ακούσματα. Μήπως δεν είναι τυχαίο, από την άποψη αυτή, ότι δάσκαλος του Περιστέρη ήταν ο Κωνσταντινουπολίτης Ψάχος;
Στην πραγματικότητα, αυτό που κάνει τη διαφορά, θεωρώ, ανάμεσα στις δύο σχολές, των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης, είναι η ελευθερία που πήραν στη Βόρειο Ελλάδα σημαντικοί ιεροψάλτες να αναπτύξουν προσωπικό ύφος στο ψάλλειν, στηριγμένο στις προσωπικές του καθενός φωνητικές ικανότητες και ιδιομορφίες, και να το επιβάλουν, και, μάλιστα, να ξαναγράψουν μουσικά κείμενα παγιωμένα, με βάση αυτό που καθένας μπορούσε να αποδίδει ως ερμηνεία. Χαρακτηριστικότερη όλων είναι η περίπτωση του Αθανάσιου Καραμάνη, η συγγραφική παραγωγή του οποίου είναι αξιοθαύμαστη, αλλά και έντονα φέρουσα το στίγμα των δικών του, προσωπικών ερμηνειών. Λησμονήθηκε, σε ορισμένες περιπτώσεις, μια αρχή κατατεθειμένη σε κείμενα βυζαντινής μουσικής για αιώνες: η μελωδική ανάβαση είναι ομαλή, σταδιακή, εξηγεί το κείμενο, και δεν επιτρέπει άλματα, κατά το καλλιτεχνικό δοκούν, στην ερμηνευτική διαχείριση των φωνηέντων. Αυτό, δηλαδή, που συμβαίνει στην όπερα.     
Υποστηρίζω, όμως, και αυτή είναι η δεύτερη υπόθεση εργασίας που θέτω, ότι, παρόλη την προϊούσα αυτονόμηση της ανάπτυξής της, η Βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική παραμένει ιδιαιτέρως εξαρτημένη από την εκκλησιαστική ζωή. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, προϊόντος του χρόνου, μπορεί και πρέπει να αλλάξει προς όφελος τόσο του πολιτισμού όσο και της Εκκλησίας. Φυσικά, και αναντίρρητα, το εκκλησιαστικό βυζαντινό μέλος είναι απαράγραπτα συνδεδεμένο με τη θρησκευτική λατρεία, με τη χριστιανική πίστη. Όμως, πρέπει να είμαστε σε θέση, σήμερα, να αποστάξουμε από τη θρησκεία τον πολιτισμό, τόσο σε ό,τι αφορά το λόγο όσο και σε ό,τι αφορά το μέλος, τα απόλυτα,  επαναλαμβάνω, ταυτισμένα με τον Χριστιανισμό. Οι λόγοι είναι οι εξής. Πρώτον, ούτως ή άλλως, τόσο η μουσική όσο και ο λόγος έχουν φθάσει σε τέτοια ύψη καλλιτεχνικής και διανοητικής επεξεργασίας ώστε, δικαίως, να αποτελούν αντικείμενα εδραιωμένης επιστημονικής έρευνας. Ανεξάρτητα, δηλαδή, από την αναγνώριση που γνωρίζουν μέσα στην Εκκλησία, λόγος και μέλος, ο τρόπος με τον οποίο ασχολούνται με αυτά εκτός Εκκλησίας, μουσικολόγοι και φιλόλογοι, δεν έχει τίποτε να κάνει με την εκκλησιαστική λατρεία, προς τιμήν θεωρώ των ανθρώπων της Εκκλησίας διαχρονικά, κλήρου και λαού, που ανήγαγαν το χριστιανικό  θρησκευτικό αίσθημα σε ύψος καθαρότητας τέτοιο, ώστε από αυτό να απορρεύσουν τόσο μεγαλειώδεις εκφράσεις του ανθρώπινου πνεύματος.
Έτσι, από την άποψη αυτή, γέννημα και θρέμμα της εκκλησιαστικής ζωής, τόσο ο λόγος όσο και το μέλος, είναι τώρα πια πανανθρώπινα πολιτισμικά κτήματα, και πλείστοι όσοι, και εκτός Εκκλησίας, θεωρούν υπόθεση προσωπικής και επιστημονικής τιμής τη φύλαξή τους, για λογαριασμό και της ίδιας της θρησκείας αλλά και του διαχρονικού παγκόσμιου πολιτισμού. Αυτή, θεωρώ, είναι η ιδανική αλλά και, ευτυχώς, φυσική πορεία των πραγμάτων.
Υπάρχει, όμως, και ένας άλλος λόγος. Ξεπερνάει τις δυνάμεις της Εκκλησίας, όσες κι αν είναι, το έργο της φύλαξης της πολιτισμικής αυτής παρακαταθήκης. Το έργο αυτό, με χαρακτήρα πλέον επιτακτικής υποχρέωσης, πρέπει να περάσει στους «φυλάσσοντες την εθνική πολιτισμική διαθήκη, παρακαταθήκη», στη θεσμικά οργανωμένη δηλαδή ελληνική και κυπριακή Πολιτεία. Πρέπει, και αυτό είναι η πρότασή μου, να μην επαφίεται στον πατριωτισμό, καλλιτεχνικό και επιστημονικό, των ιεροψαλτών η φύλαξη της τέχνης του Δαμσσκηνού. Πρέπει αυτοί, στο έργο τους, να τύχουν της ισχυρής συνδρομής της Πολιτείας, με κάθε μέσο. Και μια, ακόμη, περισσότερο ρηξικέλευθη πρόταση. Η μουσική αυτή, μαζί με τα κείμενα, πρέπει να διδάσκονται, ως μάθημα έστω κατ’ επιλογή, στα σχολεία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όχι ως μάθημα θρησκευτικής παιδείας ή κατήχησης, αλλά ως μάθημα πολιτισμού.
Μια τέτοια πρόταση πρέπει να βρει τη στήριξη της Εκκλησίας. Είναι γνωστές, ήδη, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, οι πλάγιες ή άμεσες επιθέσεις που δέχεται το θρήσκευμα και μάλιστα η διδασκαλία των θρησκευτικών στα σχολεία. Δεν ισχυρίζομαι ότι πρέπει να επαναφέρουμε σε κυριαρχική θέση το σχετικό μάθημα μέσω της διδασκαλίας, στο πλαίσιο ενός μαθήματος στον πολιτισμό, του βυζαντινού μέλους. Το σχετικό όφελος και για τη θρησκεία, όμως, θα είναι κάτι παραπάνω από γεγονός.
Κλείνοντας, θα ήθελα να συνοψίσω την ουσία των όσων ανέπτυξα. Η βυζαντινή μουσική είναι το πολιτισμικό καύχημα μιας διαδικασίας εμπέδωσης του χριστιανικού θρησκεύματος στον ελληνικό χώρο, η οποία κράτησε αιώνες. Ο λόγος, επιπλέον, των εμφορούμενων από θείο έρωτα συγγραφέων των ύμνων, είναι απροσμέτρητου ποιητικού κάλλους. Και τα δύο μαζί, μουσική και λόγος, στη σύζευξη και την ταυτόχρονη δημιουργία τους, αποτελούν, εκτός των άλλων, ένα αναντίρρητο διακριτικό στοιχείο του Ανατολικού, ελληνικού από τον Δυτικό Χριστιανισμό, παρόλο που αυτό δεν ήταν πάντα έτσι, γιατί, στην αρχή, πριν τον κρίσιμο διαχωρισμό τον 12ο αιώνα, ο πολιτισμός της υμνολογίας ένωνε τις δύο Εκκλησίες, την Ανατολική και τη Δυτική. Μετά το σχίσμα, ήταν σαν και οι πολιτισμοί να βάδισαν ο καθένας τον δικό του δρόμο.
Σήμερα, ευτυχώς για εμάς, οδοδείκτες του δικού μας πολιτισμού, όπως τα απηχήματα της βυζαντινής μουσικής, είναι ακόμα φωτεινοί, εμφανέστατοι, και έτσι πρέπει να παραμείνουν, με την επιστράτευση όλων των μέσων που διαθέτουν οι πολιτείες των Ελλήνων, στην Ελλάδα και την Κύπρο. Τέλος, επειδή πολλά λέγονται ακόμα, και θα ειπωθούν και άλλα, και πολλά έγιναν από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, για το διαχωρισμό του πολιτισμού των Ελλήνων σε αρχαίο από τη μια και βυζαντινό - χριστιανικό από την άλλη, πρέπει να ειπωθεί στα σοβαρά, γιατί αυτό ισχύει, ότι απόδειξη για το ενιαίο και το συνεχές του πολιτισμού μας, από την απώτατη ελληνική αρχαιότητα μέχρι σήμερα, είναι η γλώσσα και η μουσική των βυζαντινών ύμνων. Και τα δύο, τη γλώσσα και τη μουσική, τα ίδια, με τις αλλαγές που μόνο ο χρόνος και η δημιουργικότητα των ανθρώπων μπορούσαν να επιφέρουν, τα χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες από την εποχή του Ομήρου μέχρι σήμερα. Γλώσσα και μουσική, τα ελληνικά, είναι τα υλικά για τους ορφικούς και τους βυζαντινούς ύμνους, για την αρχαία τραγωδία και για τη βυζαντινή λειτουργία. Και οι δύο θρησκείες, η αρχαία ελληνική και η χριστιανική, από την ίδια πηγή άντλησαν στήριξη: από τον διαχρονικό μουσικό πολιτισμό της αστείρευτης ελληνικής ψυχής. Σας ευχαριστώ!

Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Η ποιητική συλλογή "Αγροικίες του χρόνου"




Παρουσίαση του βιβλίου «Αγροικίες του χρόνου»,
της Τζένης Κωνσταντινίδη,
στη Φιλοσοφική Εταιρεία Κύπρου, 29-05-2014


Ευχαριστώ την Τζένη για την ευκαιρία που μου έδωσε να μιλήσω για την ποίησή της, αφορμή λαμβάνοντας από το τελευταίο της βιβλίο. Οφείλω να τονίσω, εναρκτικά, ότι δεν θα συγγράψω απόψε, ενώπιόν σας, αντίγραφο του βιβλίου της Τζένης.  Ένα σημείωμα θα σας διαβάσω, λίγων λεπτών, που έγραψα διαβάζοντας το βιβλίο της. Το ίδιο θα έδινα προς δημοσίευση, αν ήθελα να συνοψίσω αυτά που σκέφτομαι για το έργο της.
Πρόκειται για τις «αγροικίες» της Τζένης Κωνσταντινίδη, τέσσερις τον αριθμό, που τις ανήγειρε πρόσφατα, πλάϊ στα άλλα της σπίτια, τα ποιητικά, τα από καιρό χτισμένα, σιγά – σιγά. “Οι αγροικίες του χρόνου” τιτλοφορείται η ποιητική της συλλογή που παρουσιάζουμε απόψε. Γιατί αγροικίες, διερωτάται κανείς, των Πατέρων, του Αιγαίου, του Μετανάστη, της Ποίησης; Είναι μάλλον ενδιαιτήματα καλά κρυμμένα, που αποσύρεται η “Νοσταλγός της καλλιτεχνίας” τελευταίως, εκεί που αισθάνεται καλύτερα, να θυμάται μορφές, τόπους, νόστους και λόγους. Οι τελευταίοι αντηχούν σταθερά στο ηχείο της καλά λαξεμένης της διάνοιας, της δουλεμένης από σμίλες που βρίσκει ποιητών, ασκητών, ιστορικών προσώπων ή και μυθικών.
Όσο κι αν τα υλικά της, όμως, είναι πρόχειρα στον καθένα που έτυχε ν’ ακούσει γι’ αυτά, οι μεταπλάσεις και οι διαπλάσεις της κάνουν τα παλιά υλικά καινούργια, εντέχνως δουλεμένα με δικά της χρώματα και σκιές. Ο κυρ Αλέξανδρος, ας πούμε, πρώτος – πρώτος, αντικείμενο μαζί ενός εξεικονιστικού ρεαλισμού και μιας θρησκευτικής μυστικογνωσίας.
Οι αφιερώσεις συνεχείς: του Σολωμού, του Κόντογλου, του Δαμασκηνού, του Καβάφη, του Θεόφιλου, του Κουτσάκου... Επικλητικές δεήσεις στον χρόνο, της ποίησης, που αναζητεί τη λύτρωση στην αλύτρωτη μνήμη. Ο χριστιανισμός, διαρκώς παρών, συγκεράζεται με τον ανατολικό μυστικισμό, και χωνεύονται μαζί στην παραμόνιμη, επίσης, φιλοσοφική ενόραση. Οι ιστορικές περιγραφές της ευρηματικές, διαπνέονται από τον οίστρο της επανεύρεσης του χθες στο τώρα, του τότε στο εδώ. Δεν χωρεί αμφιβολία, ο ζωγράφος που θα ζωγράφιζε την ποίηση της Τζένης, θα ήταν ο Θεόφιλος. Τα μυθολογήματά της, τα ιστορικά της ονειροπολήματα θα έβρισκαν χρώματα σε πίνακες δουλεμένους με ελληνικής γης αποχρώσεις. Το ίδιο η γλώσσα της, η ζυγαριά που ζυγίζει λέξεις αφημένες στο χαρτί με ελληνικά προσεκτικά, που έχει επίγνωση της εύθραυστης ύλης τους.
Από τις σκιερές λόχμες, ακόμα, τη συστάδα των παρελθοντικών καταγραφών της ποιητικής της μνήμης, προβάλλει σύγχρονος κινηματογραφιστής, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, για να με κάνει να σκεφτώ: πώς θα προβάλλονταν σε οθόνη τα ποιήματα της συλλογής; “Το πρωινό φέγγος στα βουνά του Λιβάνου”, “η αναλαμπή των λόφων στην ομίχλη”, “οι κωπηλασίες των Πατέρων”, “τα στενορύμια της Νισύρου”; Σίγουρα θα τονίζονταν οι ωραίες εικόνες με την αφήγηση παρά με τη σιωπή των έργων του Αγγελόπουλου.  Αλλιώς δεν απολύεται η ψυχή, όπως λέει στην τρίτη πράξη του ευρωπαϊκού της δράματος.
Έντονα εξεικονιστική, όπως τόνισα ήδη, η ποίηση της Τζένης, είναι αδιέξοδα ρηματική (33), κωδικοποιημένη κιόλας, με τον κώδικα του ενός. Τα σκιρτήματα της σκέψης της, πάντα νεογέννητης (41), αποδίδονται όπως έρχονται, ίδιες συσπάσεις του εμβρύου που οδεύει προς την έξοδο, που δεν το νοιάζει τι το περιμένει. Ίδια τα κύματα της ειμαρμένης (33) που, όπως λέει, πάνε κι έρχονται. Κι αν δεν είναι, όμως, η σκέψη αυτή η μήτρα της ποίησής της όλης, τότε ποια είναι;
Μοιραία, όπως κάθε γυναίκα που σκέφτεται, και όλες οι γυναίκες σκέφτονται, αλλά δεν είναι ποιήτριες όλες, αισθάνεται μία από τους τελευταίους μάρτυρες, που καταθέτουν την έρημη καρδιά τους, και συνεχίζουν ήρεμοι τον πλου τους. (24) Στην ίδια, όμως, πάντα θάλασσα. Στο ίδιο φως, που το θηλάζει, λέει, η θάλασσα αιώνες, το φως Αυγούστου που, κι όταν τελειώνει, Αύγουστος πάλι μένει.
Είναι του Έλληνα ποιητή, που του αφιερώνει ένα ποίημα, έθος αυτό, οι “γνώριμοι λυγμοί” του (53),  να σμιλεύει “τη Μεγάλη Θλίψη” (54), κυρίως εκείνη που προέρχεται από μεγάλη χαρά.  Για να το καταφέρει μάλιστα αυτό, η ποιήτρια, παίρνει τη στάση μοναχικού προσκυνητή, που είναι για εκείνη η Ποίηση όλη (57), η ποίηση που βρίσκει σαν νόμισμα “ξεχασμένο στο τραπέζι”.  
         Είναι πολλά τα νομίσματα, τα ποιητικά, στο τραπέζι της Τζένης, που τα φύλαξε στις «αγροικίες» της, στις οποίες προσπάθησα να σας ξεναγήσω απόψε.  Έχουν μορφές πάνω τους, τα νομίσματα, χαραγμένες των ινδαλμάτων της, στη μια τους όψη. Στην άλλη η αξία του νομίσματος, η αξία που παίρνουν στην καρδιά της τα πρόσωπα και τα τοπία που συνέχουν την ύπαρξή της. Εδώ βρίσκεται, ακριβώς, η αξία της ποίησης της Τζένης Κωνσταντινίδη: κατασκευάζει ή, όπως λέμε, κόβει νομίσματα όχι απλώς αναμνηστικής ή συλλεκτικής αξίας. Τα νομίσματά της πληρώνουν στο ταμείο της ανάγκης μας να σκεφτόμαστε αξίες. Της εύχομαι να συνεχίσει να πλουτίζει, κι εμείς μαζί της!

                                                      Δρ. Ιωάννης Χριστοδούλου