Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Φιλοσοφία: το ελληνικό ελιξίριο της υγείας


Η ιατρική θεωρείται η σημαντικότερη επιστήμη,  οι γιατροί οι πιο χρήσιμοι επιστήμονες, και η υγεία το σημαντικότερο αγαθό. Στη συλλογιστική αυτή, όμως, υπάρχει κενό. Ο ιατρός έρχεται μαζί με την ασθένεια, και γι’ αυτό η ιατρική είναι σημαντική. Χρειάζεται η ιατρική όταν αρρωστήσουμε. Όσο έχουμε υγεία, δεν επιβλέπει κανείς πώς διαχειριζόμαστε τη ζωή μας. Οι ίδιοι εμείς θεωρούμε την υγεία δεδομένη. Κι όταν αρρωστήσουμε, με ασθένειες εύκολα ιάσιμες καθεαυτές, πάλι αισθανόμαστε σίγουροι, επειδή υπάρχουν οι γιατροί. Όπως δεν πιστεύουμε ότι οι ασθένειες εξαρτιούνται από εμάς, ούτε, θεωρούμε, η θεραπεία τους. Σε κάποιες περιπτώσεις, όντως, αυτό συμβαίνει: όταν τραυματιστούμε, όταν ενδογενή νοσήματα εκδηλωθούν, μη ιάσιμα χωρίς χειρουργική επέμβαση, μια δυσλειτουργία ενός οργάνου κτλ. Τότε η ιατρική σώζει ζωές.
Μήπως, όμως, υπάρχουν ασθένειες, και μάλιστα αρκετές, που οφείλονται σε αμέλεια για την υγεία, ασθένειες με ευθύνη του ασθενή; Η προληπτική ιατρική έχει πολλά να πει, εν προκειμένω. Εναπόκειται, όμως, μόνο στη σωστή διατροφή, την άσκηση και τον επαρκή ύπνο η διασφάλιση της υγείας; Όσα, δηλαδή, επιτάσσει η επιστήμη της πρόληψης; Αν αυτά αρκούν, γιατί αρκετοί δυσκολεύονται να τα τηρήσουν; Αδιαφορούν για την υγεία τους; Μήπως χρειάζεται, εν προκειμένω, ένα άλλο είδος μέριμνας; Μήπως, ακόμα και για να προσέχει κανείς τον εαυτό του, χρειάζεται νοητική προπαρασκευή και προετοιμασία, μια στάση, δηλαδή, όχι άμεσα ασκητική αλλά πρωτογενώς στοχαστική; Αυτά και άλλα ερωτήματα θα επιχειρήσω να φωτίσω απόψε, με την πεποίθηση ότι η ελληνική φιλοσοφική σκέψη, όπως ξεδιπλώθηκε στην αρχαιότητα, έχει μια μυστική διάσταση, που η σημασία της διατρέχει την ανθρώπινη διαχρονία, όπως όλες οι μεγάλες αλήθειες ανά τους αιώνες. Μήπως η φιλοσοφική σκέψη, αυτή η ελληνική επινόηση, δεν είναι απλώς πλούσια σκέψη αλλά ένας τρόπος σκέψης ξεχωριστός, από τον οποίο απορρέουν δυνάμεις απαραίτητες για την υγεία ή την ίαση του σώματος; Μπορούμε σήμερα να βιώσουμε κάτι από εκείνο που ζούσαν οι αρχαίοι φιλόσοφοι, ο Σωκράτης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Επίκουρος και πολλοί άλλοι; Αν η υπόθεση εργασίας μας είναι σωστή, μπορούμε. Σίγουρα, δεν ήταν απλώς έξυπνοι άνθρωποι. Ήταν, χάρη στη Φιλοσοφία, φυσιολογικά διαφορετικοί. Απόδειξη της δύναμής τους ήταν η ίδια η φιλοσοφία τους.
Οι άνθρωποι, δηλαδή ανθρώπινες ζωές, άγονται και φέρονται, ιστορικά, από δοξασίες, γνώμες, πίστεις, θεωρίες για τον άνθρωπο, γι’ αυτό που είναι ο άνθρωπος. Κι ενώ είναι πολύ σημαντική αλήθεια αυτή, δεν την ξέρουμε, γιατί δεν διδάσκεται, δεν τονίζεται, δεν προβάλλεται. Αυτό που γίνεται, είναι ασυνείδητα οι άνθρωποι να ενστερνίζονται τη μια ή την άλλη γνώμη ή θεωρία γι’ αυτό που είναι, και με αυτή να πορεύονται. Ακόμα κι εκείνοι που προωθούν τη μια ή την άλλη θεώρηση, το κάνουν συχνά επειδή πράγματι πιστεύουν σ’ αυτή.
            Παράδειγμα μιας τέτοιας σκέψης, στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού, είναι η σκέψη που διαχωρίζει σώμα και πνεύμα, και η ιδέα ότι ο νους εργάζεται για τη σωτηρία του πνεύματος ή, αλλιώς, της ψυχής. Πρόκειται για τον κανόνα 1752 της Καθολικής Εκκλησίας: "… the salvation of souls, which must always be the supreme law in the Church, is to be kept before one’s eyes." Τα μάτια, εδώ, είναι η νοητική εποπτεία.
Και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, όμως, στο Περί σωτηρίας ψυχής, λέει τα εξής:
«Μὴ φεισώμεθα, ἀδελφοὶ, τῶν ἑαυτῶν σωμάτων, ἀλλὰ ταῦτα κατατρίψωμεν, ἐπειδὴ Μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες, μακάριοι οἱ πενθοῦντες. Τὸ γὰρ σῶμα πηλός ἐστι· …μέγα δὲ ἰδέσθαι ψυχὴν χωριζομένην τοῦ σώματος· …ὦ ἀθλία ψυχὴ, ὁ ἥλιός σου ἔδυνεν, ὁ χρόνος σου τετέλεσται· ὁ Θεὸς ἐκέλευσεν ἐκ τοῦ σώματός σου χωρίσαι σε.»
Αυτά, προφανώς, είναι το νοητικό προϊόν της σκέψης για την αξία του σώματος και την αξία του πνεύματος. Πεντακάθαρος είναι ο διαχωρισμός ανάμεσα στο σώμα και το πνεύμα, στην Προς Κορινθίους επιστολή του Παύλου: «σπείρεται σμα ψυχικόν (σώμα που το ζωοποιούσε η ψυχή), γείρεται σμα πνευματικόν. στι σμα ψυχικόν (δηλαδή ζωικό), κα στι σμα πνευματικόν…» (15:44)
Απόψε θα επιχειρήσουμε να συμπληρώσουμε αυτή τη θεώρηση, και να στοιχειοθετήσουμε μια θεωρία, σύμφωνα με την οποία ο νους μπορεί να εργαστεί για τη σωτηρία του σώματος, δηλαδή για την υγεία. Φυσικά το σώμα, στο τέλος, δεν σώζεται, και δεν μπορεί παρά να έχει δίκιο εδώ ο Χρυσόστομος αλλά και άλλοι Πατέρες της Εκκλησίας. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο νους δεν μπορεί να εργαστεί για την υγεία. Στον Χριστιανισμό, φυσικά, μια τέτοια εργασία του νου θα συμπεριελάμβανε σκέψεις για αμαρτίες, οι οποίες διακυβεύουν την υγεία.
Οι αμαρτίες είναι σφάλματα, εξ ορισμού, στη διαχείριση της ζωής, του εαυτού μας. Το σφάλμα είναι νοητική αστοχία, φυσικά, αλλά όχι μόνο. Είναι αναπόφευκτη, κάποτε, πράξη ή παράλειψη, λογικά επόμενη στη διαδικασία της ανθρώπινης ζωής. Αυτό σημαίνει ότι ο νους δεν αναμένεται να μπορεί να την αποτρέψει. Αν λοιπόν οι ασθένειες, ακόμα και από αμαρτίες, είναι αναπόφευκτες, οφείλουμε να σκεφτούμε αν ο νους μπορεί να κάνει κάτι περισσότερο από το να διαπιστώνει μια αμαρτία και να αφήνεται έρμαιο στην απόγνωση για το παρελθόν και τον φόβο για το μέλλον. Σε κάθε περίπτωση, ο Ιησούς “συγχωρούσε” εύκολα τις αμαρτίες. Δεν τις θεωρούσε λόγο για την ψυχική συντριβή του ανθρώπου, για την ακύρωση της ζωής του. Σοβαρά θεωρούσε τα πάθη του σώματος, τις ασθένειες, για τις οποίες έκανε θαύματα. Δεν θεωρούσε, μάλιστα, όπως οι Εβραίοι, ότι οι ασθενείς “πληρώνουν αμαρτίες”, δικές τους ή των γονιών τους. 
Υπό το ίδιο πρίσμα κι εμείς, δεν καταλογίζουμε παραλείψεις και σφάλματα στη σκέψη του Παύλου ή των Πατέρων. Οφείλουμε, όμως, να επισημάνουμε ότι νοητικές κατασκευές κυριαρχικές για λόγους θρησκευτικής ομοιομορφίας ή πολιτισμικών καταβολών, δεν είναι εύλογο να αφήνονται μόνες να καθορίζουν την εικόνα του ανθρώπου για τον εαυτό του, αλλά πρέπει, από εκείνους που είναι σε θέση να το κάνουν, να φωτίζονται και  να συμπληρώνονται.
Η δική μας υπόθεση εργασίας, είναι ότι ο νους μπορεί να κάνει πολλά για το σώμα, για την υγεία, την οποία, εναρκτικά, ορίζω ως εξής. Υγεία είναι η κατάσταση στην οποία το σώμα α) δεν ασθενεί καθεαυτό, β) επειδή του το επιτρέπει ο νους και γ) επειδή αναλαμβάνει ο νους την ίασή του.
Ερχόμαστε, επομένως, στο ρόλο που μπορεί να παίξει η Φιλοσοφία για την υγεία, αφού είναι μια σημαντική, ή, ίσως, η σημαντικότερη νοηματοδοτική λειτουργία του ανθρώπινου νου. Ισχυρίζομαι, εν προκειμένω, ότι πρόκειται για το ελληνικό ελιξίριο για την υγεία, γιατί οι αρχαίοι Έλληνες, πρώτοι, απέδειξαν ότι ο ανθρώπινος νους μπορεί να παραγάγει τέτοιο νόημα, δηλαδή φιλοσοφικό. Το γιατί μπορεί να είναι ελιξίριο για την υγεία, με βάση τον ορισμό της υγείας που δώσαμε προηγουμένως, θα προσπαθήσω να το αποδείξω στη συνέχεια.
Πρωταρχικό, για τη φιλοσοφική σκέψη, είναι το ερώτημα «τι είναι», όταν αυτό δεν μπορεί να πάρει απάντηση από την περιγραφή μιας εμπειρίας. Αν το ερώτημα αφορά, για παράδειγμα, σε υλικά αντικείμενα, όπως, ας πούμε, ένας σβώλος χώμα, δεν είναι φιλοσοφικό. Για να απαντήσεις σε φιλοσοφικά ερωτήματα, δεν αρκεί να βλέπεις, να ακούς, να αισθάνεσαι. Πρέπει να κινείσαι! Αν, για παράδειγμα, το ερώτημα είναι «τι είναι η ψυχή», για τη σωτηρία της οποίας μιλήσαμε στην αρχή, πρέπει να κινηθείς με τη σκέψη, νοητικά, σαν προς μια κλειστή θύρα, στην οποία επικρέμαται η επιγραφή «ψυχή», και είναι η θύρα της έννοιας της ψυχής, και να επιχειρήσεις να την ανοίξεις. Όταν αισθάνεσαι, το περιγράφω σχηματικά, είσαι ακίνητος. Όταν σκέφτεσαι, κινείσαι!
Έτσι, για να θυμηθούμε πώς αρχίσαμε, όταν εφαρμόσω τη φιλοσοφική σκέψη στον άνθρωπο, και, πιο συγκεκριμένα, στον εαυτό μου, ερωτώντας τι είναι ο άνθρωπος ή τι είμαι εγώ, πρέπει να αισθανθώ ότι κινούμαι, για να ανοίξω μια κλειστή πόρτα, όπως είπα πριν, ή σε μια πορεία στην έρημο. Συνήθως, όμως, μια ακατάλυτη μοίρα μάς ωθεί να ορίζουμε παθητικά τον εαυτό μας, να μιλάμε για τον εαυτό μας λέγοντας πως είμαστε το ένα ή το άλλο, όχι όμως ότι είμαστε ένα σώμα, ένα ψυχικό σώμα, ένας ψυχικός άνθρωπος, για να χρησιμοποιήσω την ορολογία του Παύλου, δηλαδή ένα ζωντανό σώμα, ένας ζωντανός άνθρωπος. Ο ζωντανός οργανισμός αυτός σκιάζεται από τους ποικίλους αυτοκαθορισμούς μας. Το εγώ μας, έτσι, δεν είναι το σώμα! Όταν λέμε «εγώ» δεν εννοούμε το σώμα. Συνήθως λέμε ότι «έχουμε» ένα σώμα, εννοώντας ότι το κατέχουμε, σαν να μην είμαστε εμείς αυτό. Είναι άλλο, φυσικά, να πούμε «είμαι το σώμα μου», ακόμα κι αν, όταν το λέμε, το σώμα είναι έννοια. Αν ρωτήσουμε, έτσι, «τι είναι το σώμα», και κινηθούμε προς την έννοια, είναι σαν να κινούμαστε προς το σώμα. Το σημαντικό, φυσικά, είναι ότι έτσι το σώμα αποκτά μια αυθυπόσταση, μια ανεξαρτησία, και αυτή η έννοια, στη φιλοσοφική υγειολογία που επιδιδόμαστε σήμερα, θα μας χρειαστεί.
Ας επανέλθουμε, όμως, στη Φιλοσοφία καθεαυτήν, για την οποία, ήδη, έχουμε αναφέρει αρκετά, καθοριστικά στοιχεία. Όταν αναφέρομαι στην ελληνική Φιλοσοφία, δεν εντοπίζω την προσοχή μου στο περιεχόμενο των ιδεών. Η πλάνη ότι οι ιδέες καθεαυτές, ως περιεχόμενο, μπορούν να επιφέρουν οποιαδήποτε ίαση, έστω ψυχική καθεαυτήν, είναι πολύ διαδεδομένη. Οι γνωστικές – συμπεριφορικές ψυχοθεραπείες αλλά και η ψυχοθεραπεία της θετικής σκέψης και θρησκευτικά δόγματα για την ψυχική υγεία, στηρίζονται κατεξοχήν σε αυτή την πλάνη. Οι συμπεριφοριστές κλινικοί ψυχολόγοι, εν προκειμένω, κάνουν τρία λάθη. Το πρώτο είναι ότι χαρακτηρίζουν τους ανθρώπους που άγονται και φέρονται από ενοχικές ιδέες για τον εαυτό τους, ψυχασθενείς. Το δεύτερο είναι ότι θεωρούν τις ιδέες αυτές γνωστικά σχήματα. Το τρίτο είναι η θεωρία ότι αν αντικατασταθούν με άλλες ιδέες οι «προβληματικές» μπορούν οι «ασθενείς» να θεραπευθούν.
Πρόκειται για κρίσιμα σφάλματα, γιατί α) παραγνωρίζεται ότι η δυσθυμία είναι αποτέλεσμα των συνθηκών της ζωής, καθοριστικές για τις οποίες είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, σε σχέση με τις οποίες δεν μπορεί κανείς να κάνει λάθος, και να σκέφτεται, τρόπον τινά, εσφαλμένα, αφού, ακόμα και αν οι αυτοκαταγγελτικές  ιδέες που τις συνοδεύουν έχουν να κάνουν περισσότερο με την προσωπική αδυναμία και λιγότερο με τη δύναμη των άλλων, το γεγονός της δυσχέρειας δεν αλλάζει. β) Οι ιδέες αυτές είναι αυτόματο προϊόν κάθε ανθρώπινης συνείδησης, και δεν αποτελούν «μειονεξία» κάποιων οιονεί ψυχασθενών, οι οποίοι δεν αντιλαμβάνονται “ορθά” την πραγματικότητα. Και γ) δεν αντικαθίστανται οι ιδέες αυτές από άλλες μόνο επειδή κάποιος θα τις υποβάλει σ’ εκείνον που αισθάνεται άσχημα.  Σχηματικά μιλώντας, κάθε ιδέα προκύπτει επειδή υπάρχει το ανάλογο καλούπι της, στο οποίο ταιριάζει μόνο αυτή. Δεν γίνεται να αντικαταστήσεις σε δεδομένα καλούπια τις ιδέες που εκείνα περιέχουν με άλλες. Είναι πολύ απλό: δεν θα ταιριάζουν.
Αναφέρομαι, προφανώς, στην ψυχική υγεία, γιατί αυτή συσχετίζεται αδιάρρηκτα με την υγεία του σώματος. Στην πραγματικότητα, ψυχική είναι η νοητική υγεία και ευρωστία, η οποία απηχείται και ως σωματική υγεία, όσο το ίδιο το σώμα μπορεί να είναι υγιές. Κι όταν ασθενήσει, πάλι ο νους έχει τη δύναμη, αν δεν είναι αργά, να το θεραπεύσει. Αν υγεία σημαίνει και απουσία πόνου, ο πόνος, πρέπει να έχουμε κατά νου, έρχεται και ως συνέπεια ψυχικής καταπόνησης, η οποία σημαίνει την ανεπάρκεια νοητικής ενέργειας· ότι ο νους, δηλαδή, δεν κάνει αρκετά για την υγεία του.
Προτού, λοιπόν, να μας απασχολήσουν συγκεκριμένες ιδέες στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία, ας δούμε τι έκαναν οι Έλληνες και παρήγαγαν φιλοσοφική σκέψη. Πήραν έννοιες που βρίσκονταν σε κοινή χρήση, όπως την έννοια του εαυτού, του όντος, του θεού, του ήθους, και άλλες, που, όπως είπαμε νωρίτερα, δεν γίνεται να τις περιγράψεις με την εμπειρία, και επεχείρησαν να τους δώσουν περιεχόμενο. Με τον τρόπο αυτό ξέφευγαν από την αδηφάγο καθημερινότητα, η οποία έπαιρνε νόημα, όπως και η δική μας, από την τρέχουσα χρήση των συγκεκριμένων, σημαντικών για την αντίληψη του εαυτού μας εννοιών, μέσα σε έτοιμες, χύδην αναπαραγόμενες εκφράσεις. Ο Έλληνας, λοιπόν, ως φιλόσοφος, έστρεψε την πλάτη του, από τον 6ο αιώνα και μετά, στη ζωή των γνωμών, και απομόνωσε έννοιες σημαντικές από τη συνήθη τους χρήση, και άρχισε να αναδημιουργεί το περιεχόμενό τους.
Αυτό έχει δύο συνέπειες για την ανθρώπινη ζωή - υγεία: α) εξαιτίας της απόσυρσης αυτής, χάρη στην εργασία του νου, ο άνθρωπος παύει να είναι έρμαιο των καθημερινών προκλήσεων, και να αισθάνεται και να ενεργεί αντανακλαστικά, εκτεθειμένος στην τύρβη της καθημερινότητας. β) Καθώς αίρεται στο επίπεδο της περίσκεψης για να δώσει περιεχόμενο σε οιονεί γνωστές, αλλά για τον φιλόσοφο άγνωστες έννοιες, ζει και ανεξάρτητα από το σώμα του, το οποίο, και αυτό, που είναι το σημαντικότερο, ζει ανεξάρτητο, δυο φορές κιόλας αυτόνομο: μία επειδή δεν του μεταφέρεται η δηλητηριώδης εμπλοκή του νου, όταν λιμνάζουν εντός του αυθαίρετες γνώμες για τον άνθρωπο και το νόημα της ζωής του, και μια δεύτερη φορά, επειδή η νοητική λειτουργία είναι άριστη, εύρυθμη, καθώς ο νους κινείται σε μια αχαρτογράφητη έρημο μεν, εκείνη των αδιάγνωστων εννοιών, αλλά κινείται, και αυτό είναι η βέλτιστη δυνατή κατάσταση για το νου.
Όταν ο νους δυσλειτουργεί αντιλαμβάνεται το φαίνεσθαι ως είναι. Η αναγωγή, τότε, στο είναι των ιδεών, για την οποία μίλησε ο Πλάτων, ο οποίος δεν αναφερόταν στα προϊόντα της σκέψης, αλλά στην κίνηση του νου, μας απελευθερώνει από τα δεσμά που μας δένουν με το γίγνεσθαι, και διασωζόμαστε στην επικράτεια του γίγνεσθαι της σκέψης. Αυτό δεν σημαίνει ότι αδιαφορούμε για την πραγματικότητα. Κάθε άλλο. Σημαίνει ότι εξασφαλίζουμε στον εαυτό μας τον χρόνο που θέλουν να μας στερήσουν τα πράγματα. Ο χρόνος αυτός είναι χρόνος πραγματικός, ζωής, χρόνος δραστηριότητας για τον νου και υγείας για το σώμα. Γιατί ο χρόνος που κυλάει στη σκέψη, είναι χρόνος αδιατάρακτης ύπαρξης για το σώμα, δηλαδή ύπαρξης στην οποία αναστέλλεται η διαδικασία της ραγδαίας φθοράς, η οποία συντελείται κατεξοχήν όταν το σώμα βρίσκεται υπό την επήρεια ατέρμονων, και επανειλημμένα αδιέξοδων σκέψεων, που κρατάνε όμηρο το νου, δέσμιο, ακίνητο.
Όσα είπαμε έχουν φιλοσοφική σημασία. Αλλά η αξία βρίσκεται στη διαδικασία της σκέψης που δημιουργεί το περιεχόμενο, αφενός, και στο περιεχόμενο ως κίνητρο για σκέψη, αφετέρου, όταν για παράδειγμα καθίσταται άγνωστη για εμάς μια έννοια, για την οποία διαβάσαμε ένα φιλοσοφικό κείμενο. Για μένα ήταν σημαντική η διαδικασία της σκέψης από την οποία απέρρευσε αυτό το κείμενο, και για εσάς, ενδεχομένως, το κείμενο γίνει αφορμή για να μπείτε στη διαδικασία της φιλοσοφικής σκέψης.
Οι έννοιες στη Φιλοσοφία, όπως ήδη το είπαμε, είναι κλειστά περάσματα: η έννοια της ψυχής, η έννοια του Θεού. Είναι απαραίτητο, όμως, να κινηθούμε μέσα τους, για να απαλλαγεί το σώμα από το δηλητήριο της σκέψης που αναπαράγει εκφράσεις. Όταν η σκέψη απομακρύνεται από το σώμα, μένει πίσω και το Εγώ, στη λήθη, και δεν τροφοδοτεί την τοξικότητα της σκέψης, επειδή συνεχώς το εγώ τροφοδοτεί, δηλαδή η αναφορά σε αυτό, τους τοξικούς ταμιευτήρες του νου μας. Γι’ αυτό ο Πλάτων χρησιμοποιεί την έννοια της ανάμνησης, όταν αναφέρεται στη σκέψη των ιδεών. Γιατί, σε μια τέτοια κατάσταση, σκέψης ή διάβασης των εννοιών ή εννοιογνωσίας, μοιάζουμε να αναπολούμε. Τότε το σώμα ζει ξεχασμένο, αλλά ΖΕΙ.
Αυτό είναι το ιδανικό της υγείας: η προστασία της ζωής του σώματος μέσω της έκστασης, της νοητικής απομάκρυνσης από το σώμα, της ανακάλυψης επίσης μιας ταυτότητας που δεν διακυβεύεται από την κοινωνική διαπάλη. Καταστάσεις στη ζωή, διαρκώς, αλλεπάλληλα, μας κάνουν να θέτουμε το ερώτημα: «τι είμαι;» Είναι σαν, για παράδειγμα, οι συναναστροφές να θέτουν και μαζί να αμφισβητούν την ύπαρξή μας. Ακόμα και οι θετικές συναναστροφές, αφού τις αισθανόμαστε σαν πρόκληση για την ταυτότητά μας. Αν, όμως, αναρωτιέμαι για το τι είμαι, με διάφορες αφορμές, σύμφυτα διερωτώμαι, συνειδητά ή ασυνείδητα: «υπάρχω;». Αν, πολύ περισσότερο, δεν είμαι σίγουρος για το τι είμαι, τότε διακυβεύεται η ύπαρξή μου. Αυτό δεν συμβαίνει όταν η απάντηση στο ερώτημα «τι είμαι», είναι: είμαι η έννοια. Ποια έννοια; Αυτή στην οποία κάθε φορά, φιλοσοφικά σκεπτόμενος, εισχωρώ, και προσπαθώ να τη διασχίσω, και δεν αμφιβάλλω, τότε, ότι υπάρχω.
Εισχωρώντας στην έρημο των εννοιών, το σώμα παύει να διψάει. Ζει τη ζωή του, η οποία είναι απλή στην πολυπλοκότητά της. Όπως η λειτουργία ενός ρολογιού, η οποία συνίσταται στην κίνηση των γραναζιών του, αλλά προφαίνεται ως απλή, και είναι απλή.
Ποιο είναι, όμως, το σημάδι ότι ο νους λειτουργεί σωστά, δηλαδή φιλοσοφικά, και αποτελεσματικά για την υγεία; Είναι απλό. Η σιωπή. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, που επικρατεί σιωπή στην έρημο, και επιβάλλεται αυτή στον οδοιπόρο, έτσι και στη φιλοσοφία. Η κίνηση του νου δεν παράγει θόρυβο. Ο θόρυβος όμως των αλλεπάλληλων, τυχάρπαστων σκέψεων σβήνει, όσο ο νους απομακρύνεται, στην έρημο των εννοιών. Όσο πιο βαθιά, στην αχανή τους επιφάνεια, τόσο ο θόρυβος από τις στημένες εκφράσεις, που κατακλύζουν τη συνειδητή μας ζωή, κοπάζει, και το σώμα ησυχάζει.
Σήμερα πια, όλο και περισσότερο εξετάζεται επιστημονικά η ευεργετική επίδραση της σιωπής στην υγεία. Αυτό που είμαστε σε θέση εμείς να κάνουμε σήμερα, είναι να σκεφτούμε τον τρόπο με τον οποίο επιτυγχάνεται η «υγιεινή προσωπική σιωπή», γιατί περισσότερο τοξικός για την ανθρώπινη υγεία δεν είναι ο εξωτερικός αλλά ο εσωτερικός θόρυβος, ο οποίος κάποτε επιδεινώνεται όταν κοπάσουν τα εξωτερικά ερεθίσματα. Από την άλλη, επίσης, αν είμαστε σε θέση να επιβάλουμε σιωπή στο εσωτερικό μας, οι εξωτερικοί θόρυβοι χάνουν την ισχύ τους.
Το άγνωστο των φιλοσοφικών εννοιών επιβάλλει τη σιωπή· αρκεί να σκεφτόμαστε έννοιες όπως ο Θεός, η ψυχή, ο εαυτός, η αιτία, η γνώση, το ωραίο, το καλό, το κακό, άγνωστες και σιωπηρές. Οι Έλληνες, που το έκαναν πρώτοι αυτό, το έκαναν επειδή αμφισβητούσαν δοσμένες αντιλήψεις και γνώμες; Αυτή είναι λογικοφανής εξήγηση, αλλά δεν αφορά στο κίνητρο των φιλοσόφων. Κανένας, θεωρώ, δεν γίνεται φιλόσοφος επειδή θέλει να αμφισβητήσει. Το κίνητρο πρέπει να είναι βαθύτερο, τόσο εκείνων που προσελκύονται στη φιλοσοφική μαθητεία, όσο και εκείνων που εμμένουν στη φιλοσοφική σκέψη.
Βαθύτερο κίνητρο από το ένστικτο για την επιβίωση δεν υπάρχει. Η φιλοσοφία αυτού του κινήτρου είναι απόρροια. Όπως όταν ενστικτωδώς, αντανακλαστικά, παραμερίζω μπροστά σε έναν κίνδυνο, από κάτι που αντιλαμβάνομαι ότι έρχεται καταπάνω μου, έτσι και με τη φιλοσοφική σκέψη: κινούμαι για να διαβώ έννοιες που τις θεωρώ αδιάβατες, γιατί ενστικτωδώς γνωρίζω ότι το σώμα μου θα ζήσει καλύτερα και περισσότερο έτσι. Κι αν ασθενεί, θα του δώσω χρόνο να ιαθεί.
Εύλογα, φυσικά, θα αναρωτηθεί κανείς. Πόσο η εισήγηση αυτή μπορεί να είναι χρήσιμη, επωφελής, και κατ’ επέκταση η φιλοσοφία; Το ερώτημα αυτό ανήκει στον καιρό μας, της προσδοκίας για άμεσα αποτελέσματα. Την προσδοκία αυτή εξέθρεψε, τον τελευταίο αιώνα, η εκρηκτική ανάπτυξη των θετικών επιστημών και της τεχνολογίας. Οι ανθρωπιστικές επιστήμες επίσης, κυρίως η ψυχολογία, η κοινωνιολογία και η παιδαγωγική, προσπαθούν να εκσυγχρονίζονται και να παρακολουθούν το θετικιστικό πνεύμα της εποχής. Ακόμα και η Φιλοσοφία, ως φιλοσοφία της Επιστήμης κυρίως, «έμαθε» να εξαρτάται από τις ανακαλύψεις των θετικών επιστημών.
Η φιλοσοφία για την οποία μιλήσαμε απόψε, όμως, δεν μπορεί να εκσυγχρονιστεί. Δεν μπορεί να συμβάλει στη φρενίτιδα της ταχείας ανάπτυξης της σύγχρονης ζωής. Η φιλοσοφική σκέψη, με τον τρόπο των Ελλήνων, χρειάζεται χρόνο για να ευδοκιμήσει, και τα αποτελέσματα που παράγει είναι αδιόρατα στην αρχή. Αδιόρατα αλλά υπαρκτά, γιατί αισθάνεται ο μυημένος τη διαφορά, την κίνηση στην οποία υποβάλλεται η σκέψη του. Η κίνηση αυτή προκαλεί ευφορία, όπως ακριβώς η φυσική κίνηση. 
Σήμερα, όμως, ακόμα και η φυσική κίνηση έγινε μη αυτονόητη ως ανάγκη, ως προϋπόθεση για την υγεία. Πολύ περισσότερο η κίνηση στη σκέψη, φαίνεται μη απαραίτητη. Προέχουν οι κινήσεις γύρω μας. Τις προσέχουμε πολύ, ως παθητικοί θεατές.
Η φιλοσοφία δεν είναι επιλογή ούτε ως πολιτιστική ή εκπαιδευτική επιταγή. Προβάλλονται πολύ έτοιμες ιδέες, θρησκευτικές, πολιτικές, για τις οποίες δεν χρειάζεται να σκεφτούμε. Τις σκέφτονται άλλοι για εμάς, και μας τις παρουσιάζουν. Αυτή η ευκολία, όμως, στη σκέψη, είναι παραπειστική. Έχει εξίσου μοιραία αποτελέσματα με την ευκολία της φυσικής ακινησίας, η οποία συσσωρεύει απορρίμματα στον ανθρώπινο οργανισμό, τα οποία προκαλούν παθήσεις σοβαρές του σώματος. Τα απορρίμματα του νου, όταν ο νους δεν κινείται για να αποβληθούν, γίνονται εκλυτικός παράγοντας αυτών των παθήσεων. Αυτή είναι διαδικασία μυστική, αδιόρατη, αδιάγνωστη, γιατί δεν μπορούμε να πούμε πώς οι σκέψεις, οι συμπεριφορές και οι διαθέσεις μας προκαλούν ασθένειες. Δεν είναι τυχαία, όμως, η ακολουθία. Είναι αιτιώδης.

Αν τα προηγούμενα είναι σημαντικά, τότε δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε την πολιτισμική στέρηση της απουσίας της φιλοσοφικής σκέψης, ως άσκησης στην εκπαίδευση και ως άσκησης διά βίου. Η ψυχή είναι σημαντική επειδή υπάρχει το σώμα. Και όσα είπαμε για τη φιλοσοφία, είναι σημαντικά αν θεωρείται σημαντική η ανθρώπινη ζωή. Όταν η ζωή, όμως, υποβαθμίζεται, όπως γίνεται σήμερα, τότε και η φιλοσοφική μέριμνα φαντάζει ανούσια, περιττή, περισσότερο δύσκολη απ’ όσο δικαιολογεί η ανάγκη μας για άνεση. Η φιλοσοφία είναι δύσκολη, όμως, επειδή δεν είναι αυτονόητη. Ούτε η υγεία, βέβαια, είναι αυτονόητη. Όπως όλα τα σημαντικά, δηλαδή, στην ανθρώπινη ζωή.

          Συμβούλιο Ελληνικού Πολιτισμού, Αθήνα, 25/01/2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου