Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Ο πολιτισμός της εκκλησιαστικής Βυζαντινής Μουσικής



 Ημερίδα: "Θρησκεία και Πολιτισμός"
Λευκωσία, Παλαιά Αρχιεπισκοπή, 07 Δεκεμβρίου 2014

Η ιστορία της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής, όπως μπορούμε να τη γνωρίζουμε σήμερα, είναι υπερχιλιετής. Οι γνώσεις μας, θέλω να πω, φθάνουν με ασφάλεια μέχρι τον 10ο αιώνα μ.Χ.. Οπωσδήποτε, με ασφαλείς εικασίες επίσης, μπορούμε να πάμε πιο πίσω στον χρόνο, δύο με τρεις αιώνες, και να θεωρήσουμε ότι, σήμερα, διατηρούμε και συνεχίζουμε την παράδοση ενός πολιτισμού 13 τουλάχιστον αιώνων. Φυσικά, επειδή η καταγωγή, επίσης, της βυζαντινής μουσικής από την αρχαία ελληνική μουσική και μετρική δεν είναι αβάσιμα που υποστηρίζεται, ο Έλληνας στον 21ο αιώνα, μέσω της μουσικής, κατεξοχήν της Βυζαντινής αλλά και της δημοτικής και, σ’ ένα βαθμό, της λαϊκής και της έντεχνης, επικοινωνεί με την ελληνική αρχαιότητα μέσω της Τέχνης.
Ο βυζαντινός εκκλησιαστικός πολιτισμός, όμως, δεν είναι ο αρχαίος ελληνικός. Όσο κι αν στοιχεία της μουσικής  είναι παρόμοια ή τα ίδια, ο λόγος που υπηρετεί η μουσική στο Βυζάντιο, ως μουσική της Εκκλησίας, είναι κατεξοχήν θεολογικός, χριστιανικός ή χριστολογικός. Ξέρουμε τη μουσική, σήμερα, τη βυζαντινή, με τα κείμενα που συνοδεύει. Η συνείδηση του Έλληνα, έτσι, διαχρονικά, από τον 7ο  τουλάχιστον αιώνα και μετά, πληρωνόταν από λόγο και μέλος εκκλησιαστικά. Στη βάση αυτή υποστηρίζω δύο υποθέσεις εργασίας. Η πρώτη είναι η εξής.  Η συνείδηση του Έλληνα, μέχρι σήμερα, όσο είναι ζωντανά τα σχετικά ακούσματα, είναι πολιτισμικά καθορισμένη, μεταξύ άλλων, και από το βυζαντινό μέλος, ανεξάρτητα από το πόσο ισχυρά είναι ενταγμένος ο Έλληνας στους εκκλησιαστικούς κόλπους. Θεωρώ αυτή τη σημαντικότερη και καλύτερη επιβεβαίωση της δύναμης του πολιτισμού της εκκλησιαστικής βυζαντινής μουσικής.
Πρόκειται για την ιδιαίτερη δυναμική της εκκλησιαστικής ζωής, που διαχέεται στον εν γένει βίο των Ελλήνων. Έτσι, για παράδειγμα, εκκλησιαστικά ρήματα κατακάθηνται στη συνείδηση του λαού εξαιτίας της εκκλησιαστικής μουσικής, με ή χωρίς τη μουσική τους, χάρη, φερ’ ειπείν, στην αθρόα προσέλευση του εκκλησιάσματος σε ορισμένες δημοφιλείς ακολουθίες, όπως εκείνες των πανηγύρεων των ναών. Τότε, στη διάρκεια της αρτοκλασίας, ακούγεται το «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν», σε ήχο πλάγιο του πρώτου. Ο συγκεκριμένος ήχος δεν είναι γνωστός με το όνομά του στους πιστούς. Είναι, όμως, το απήχημα, το άκουσμά του. Στον ίδιο ήχο είναι μελισμένες οι δύο πρώτες στάσεις των εγκωμίων της Μεγάλης Παρασκευής και τα ευλογητάρια της νεκρώσιμης ακολουθίας. Ακόμα κι αν η μουσική του ήχου δεν συνοδεύει στη συνείδηση τη φράση, το «πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν» είναι παροιμιακή επωδός για πολλές περιστάσεις του βίου, των οποίων καθίσταται πρόσφορος σχολιασμός. Το ίδιο ισχύει με αρκετές άλλες φράσεις, που ανευρίσκονται στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, και διαρρέουν στον καθημερινό βίο των Ελλήνων εν είδει λαϊκής, αξιόπιστης και απαράγραπτης σοφίας. Σε όλες τις περιπτώσεις, η μουσική παίζει καθοριστικό ρόλο στη διάδοση του λόγου. Θυμίζω: «μνήσθητί μου Κύριε», από τον ύμνο που συνοδεύει τη θεία κοινωνία, στο τέλος της λειτουργίας, σε ήχο, συνήθως, πλάγιο του τετάρτου. «Είδομεν το φως το αληθινόν», από τον ομώνυμο επόμενο, τον προτελευταίο ύμνο της θείας λειτουργίας, σε ήχο δεύτερο. «Το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής», από τους αίνους της Μεγάλης Πέμπτης, σε ήχο τρίτο. «Ήμαρτον», λέει ένας όχι τόσο γνωστός ύμνος των αίνων της Κυριακής του Ασώτου, «εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου, και ουκ ειμί άξιος κληθήναι υιός σου», σε ήχο πλάγιο του τετάρτου. «Θου κύριε φυλακήν τω στόματί μου», από τους γνωστούς στίχους του εσπερινού του Σαββάτου, μετά το Κύριε εκέκραξα, σε όλους τους ήχους! «Σώσον κύριε τον λαόν σου», από το απολυτίκιο, σε ήχο πρώτο, της Ύψωσης του Σταυρού, που ψάλλεται όμως και σε αγιασμούς, και σε άλλες, μικρές ακολουθίες. «Ο σώζων εαυτόν σωθήτω», τέλος, ο γνωστός ευαγγελικός λόγος, κ.ά.. Αυτή, υπενθυμίζω, η μεταφορά λεκτικών στερεοτύπων από την εκκλησιαστική στην καθημερινή ζωή, εξαιτίας και της μουσικής που συνοδεύει το κείμενο, είναι μία αλλά όχι η μοναδική πολιτισμική μετακένωση. Γίνεται άλλωστε ασυνείδητα.
Δεύτερο στοιχείο, ενδεικτικό για τη διάχυση του εκκλησιαστικού πολιτισμού της μουσικής και για τον εμβολιασμό του πολιτισμικού γίγνεσθαι σε εθνική κλίμακα, είναι ότι η ίδια η τέχνη του ψάλλειν διδάσκεται, αναπτύσσεται και εξελίσσεται εκτός των ναών, στα ωδεία, εκκλησιαστικά και άλλα. Ιεροψάλτες και μουσικολόγοι, στην Ελλάδα και διεθνώς, κάνουν έρευνα, τα ευρήματα και τα πορίσματα της οποίας μπορεί να επηρεάσουν καθοριστικά τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Αναφέρομαι εδώ, για παράδειγμα, στις προσεκτικές βυζαντινές τετραφωνίες στα λειτουργικά του Ιωάννη Σακελλαρίδη, στο ρεύμα που απέκτησαν και τις αντιδράσεις που προκαλούσαν.
Είναι αυτόνομη αυτή η καλλιτεχνική και επιστημονική δραστηριότητα. Διοργανώνονται συναυλίες βυζαντινής μουσικής σε δημόσιους χώρους, ακόμα και σε αρχαία θέατρα. Οι ψάλτες συστήνουν συλλόγους, οι οποίοι δεν επιστατούνται ούτε καθοδηγούνται από την Εκκλησία. Έχουν διεκδικήσεις ανεξάρτητα από την ένταξή τους στην Εκκλησία. Διαμορφώνουν σχολές ψαλτικού ύφους, σε σχέση με το οποίο οι συζητήσεις και οι διαξιφισμοί, κάποτε, λαμβάνουν χώρα εκτός των εκκλησιαστικών κύκλων. Η επίσημη Εκκλησία, φυσικά, επιλεκτικά παίρνει θέση, αλλά δεν μπορεί να επηρεάσει τον καλλιτεχνικό και επιστημονικό διάλογο. Χαρακτηριστικά αναφέρω την Πατριαρχική εγκύκλιο - παρέμβαση της 29ης Μαρτίου 2012, που εξεδόθη για το Θεωρητικό του Σίμωνος Καρρά, το οποίο πρωτο-κυκλοφόρησε το 1982, και το οποίο, προϊόντος του χρόνου, γνώρισε ευρεία διάδοση και τροφοδότησε τον καλλιτεχνικό διάλογο.
Προσωπικά εντάσσω τη συγκεκριμένη ένταση σε μια διαμάχη για το ύφος στην εκτέλεση των ύμνων που κρατάει από τη δεκαετία του ’50, όταν ο Κωνσταντίνος Πρίγκος, με τη φυσική του παρουσία στη Θεσσαλονίκη, άρχισε να επηρεάζει έντονα τον ανερχόμενο Ταλιαδώρο, ο οποίος εκπροσώπησε στη συνέχεια το πατριαρχικό ύφος στην Ελλάδα. Καθοριστική, στο πλαίσιο αυτό, ήταν και η μετανάστευση του Θρασύβουλου Στανίτσα και η εγκατάστασή του, μετά τον διωγμό των Ελλήνων από την Πόλη, στην Αθήνα. Παράλληλα, επειδή ανθούσε στην Αθήνα η σχολή Περιστέρη, φάνηκε να χωρίζει τη Νότιο από τη Βόρειο Ελλάδα και αυτή η διαφορά, η πολιτισμική, εξαιτίας της Βυζαντινής Μουσικής: η διαφορά στο Πατριαρχικό, της Βόρειας Ελλάδας, και το Αθηναϊκό, της υπόλοιπης Ελλάδας ύφος στην εκτέλεση των ύμνων.
Παρόλα αυτά, και αυτό είναι προσωπική μου εκτίμηση, αν ακούσει κανείς τη χορωδία του αείμνηστου Περιστέρη από τη δεκαετία του ’70 και μετά, αλλά και άλλους Αθηναίους ψάλτες, τη δεκαετία του ’50 και του ’60, και τους συγκρίνει με χορωδίες από την Πόλη σε παλαιές ηχογραφήσεις της δεκαετίας του ’30 και του ’40, θα διαπιστώσει ότι ταιριάζουν πολύ τα ακούσματα. Μήπως δεν είναι τυχαίο, από την άποψη αυτή, ότι δάσκαλος του Περιστέρη ήταν ο Κωνσταντινουπολίτης Ψάχος;
Στην πραγματικότητα, αυτό που κάνει τη διαφορά, θεωρώ, ανάμεσα στις δύο σχολές, των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης, είναι η ελευθερία που πήραν στη Βόρειο Ελλάδα σημαντικοί ιεροψάλτες να αναπτύξουν προσωπικό ύφος στο ψάλλειν, στηριγμένο στις προσωπικές του καθενός φωνητικές ικανότητες και ιδιομορφίες, και να το επιβάλουν, και, μάλιστα, να ξαναγράψουν μουσικά κείμενα παγιωμένα, με βάση αυτό που καθένας μπορούσε να αποδίδει ως ερμηνεία. Χαρακτηριστικότερη όλων είναι η περίπτωση του Αθανάσιου Καραμάνη, η συγγραφική παραγωγή του οποίου είναι αξιοθαύμαστη, αλλά και έντονα φέρουσα το στίγμα των δικών του, προσωπικών ερμηνειών. Λησμονήθηκε, σε ορισμένες περιπτώσεις, μια αρχή κατατεθειμένη σε κείμενα βυζαντινής μουσικής για αιώνες: η μελωδική ανάβαση είναι ομαλή, σταδιακή, εξηγεί το κείμενο, και δεν επιτρέπει άλματα, κατά το καλλιτεχνικό δοκούν, στην ερμηνευτική διαχείριση των φωνηέντων. Αυτό, δηλαδή, που συμβαίνει στην όπερα.     
Υποστηρίζω, όμως, και αυτή είναι η δεύτερη υπόθεση εργασίας που θέτω, ότι, παρόλη την προϊούσα αυτονόμηση της ανάπτυξής της, η Βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική παραμένει ιδιαιτέρως εξαρτημένη από την εκκλησιαστική ζωή. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, προϊόντος του χρόνου, μπορεί και πρέπει να αλλάξει προς όφελος τόσο του πολιτισμού όσο και της Εκκλησίας. Φυσικά, και αναντίρρητα, το εκκλησιαστικό βυζαντινό μέλος είναι απαράγραπτα συνδεδεμένο με τη θρησκευτική λατρεία, με τη χριστιανική πίστη. Όμως, πρέπει να είμαστε σε θέση, σήμερα, να αποστάξουμε από τη θρησκεία τον πολιτισμό, τόσο σε ό,τι αφορά το λόγο όσο και σε ό,τι αφορά το μέλος, τα απόλυτα,  επαναλαμβάνω, ταυτισμένα με τον Χριστιανισμό. Οι λόγοι είναι οι εξής. Πρώτον, ούτως ή άλλως, τόσο η μουσική όσο και ο λόγος έχουν φθάσει σε τέτοια ύψη καλλιτεχνικής και διανοητικής επεξεργασίας ώστε, δικαίως, να αποτελούν αντικείμενα εδραιωμένης επιστημονικής έρευνας. Ανεξάρτητα, δηλαδή, από την αναγνώριση που γνωρίζουν μέσα στην Εκκλησία, λόγος και μέλος, ο τρόπος με τον οποίο ασχολούνται με αυτά εκτός Εκκλησίας, μουσικολόγοι και φιλόλογοι, δεν έχει τίποτε να κάνει με την εκκλησιαστική λατρεία, προς τιμήν θεωρώ των ανθρώπων της Εκκλησίας διαχρονικά, κλήρου και λαού, που ανήγαγαν το χριστιανικό  θρησκευτικό αίσθημα σε ύψος καθαρότητας τέτοιο, ώστε από αυτό να απορρεύσουν τόσο μεγαλειώδεις εκφράσεις του ανθρώπινου πνεύματος.
Έτσι, από την άποψη αυτή, γέννημα και θρέμμα της εκκλησιαστικής ζωής, τόσο ο λόγος όσο και το μέλος, είναι τώρα πια πανανθρώπινα πολιτισμικά κτήματα, και πλείστοι όσοι, και εκτός Εκκλησίας, θεωρούν υπόθεση προσωπικής και επιστημονικής τιμής τη φύλαξή τους, για λογαριασμό και της ίδιας της θρησκείας αλλά και του διαχρονικού παγκόσμιου πολιτισμού. Αυτή, θεωρώ, είναι η ιδανική αλλά και, ευτυχώς, φυσική πορεία των πραγμάτων.
Υπάρχει, όμως, και ένας άλλος λόγος. Ξεπερνάει τις δυνάμεις της Εκκλησίας, όσες κι αν είναι, το έργο της φύλαξης της πολιτισμικής αυτής παρακαταθήκης. Το έργο αυτό, με χαρακτήρα πλέον επιτακτικής υποχρέωσης, πρέπει να περάσει στους «φυλάσσοντες την εθνική πολιτισμική διαθήκη, παρακαταθήκη», στη θεσμικά οργανωμένη δηλαδή ελληνική και κυπριακή Πολιτεία. Πρέπει, και αυτό είναι η πρότασή μου, να μην επαφίεται στον πατριωτισμό, καλλιτεχνικό και επιστημονικό, των ιεροψαλτών η φύλαξη της τέχνης του Δαμσσκηνού. Πρέπει αυτοί, στο έργο τους, να τύχουν της ισχυρής συνδρομής της Πολιτείας, με κάθε μέσο. Και μια, ακόμη, περισσότερο ρηξικέλευθη πρόταση. Η μουσική αυτή, μαζί με τα κείμενα, πρέπει να διδάσκονται, ως μάθημα έστω κατ’ επιλογή, στα σχολεία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όχι ως μάθημα θρησκευτικής παιδείας ή κατήχησης, αλλά ως μάθημα πολιτισμού.
Μια τέτοια πρόταση πρέπει να βρει τη στήριξη της Εκκλησίας. Είναι γνωστές, ήδη, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, οι πλάγιες ή άμεσες επιθέσεις που δέχεται το θρήσκευμα και μάλιστα η διδασκαλία των θρησκευτικών στα σχολεία. Δεν ισχυρίζομαι ότι πρέπει να επαναφέρουμε σε κυριαρχική θέση το σχετικό μάθημα μέσω της διδασκαλίας, στο πλαίσιο ενός μαθήματος στον πολιτισμό, του βυζαντινού μέλους. Το σχετικό όφελος και για τη θρησκεία, όμως, θα είναι κάτι παραπάνω από γεγονός.
Κλείνοντας, θα ήθελα να συνοψίσω την ουσία των όσων ανέπτυξα. Η βυζαντινή μουσική είναι το πολιτισμικό καύχημα μιας διαδικασίας εμπέδωσης του χριστιανικού θρησκεύματος στον ελληνικό χώρο, η οποία κράτησε αιώνες. Ο λόγος, επιπλέον, των εμφορούμενων από θείο έρωτα συγγραφέων των ύμνων, είναι απροσμέτρητου ποιητικού κάλλους. Και τα δύο μαζί, μουσική και λόγος, στη σύζευξη και την ταυτόχρονη δημιουργία τους, αποτελούν, εκτός των άλλων, ένα αναντίρρητο διακριτικό στοιχείο του Ανατολικού, ελληνικού από τον Δυτικό Χριστιανισμό, παρόλο που αυτό δεν ήταν πάντα έτσι, γιατί, στην αρχή, πριν τον κρίσιμο διαχωρισμό τον 12ο αιώνα, ο πολιτισμός της υμνολογίας ένωνε τις δύο Εκκλησίες, την Ανατολική και τη Δυτική. Μετά το σχίσμα, ήταν σαν και οι πολιτισμοί να βάδισαν ο καθένας τον δικό του δρόμο.
Σήμερα, ευτυχώς για εμάς, οδοδείκτες του δικού μας πολιτισμού, όπως τα απηχήματα της βυζαντινής μουσικής, είναι ακόμα φωτεινοί, εμφανέστατοι, και έτσι πρέπει να παραμείνουν, με την επιστράτευση όλων των μέσων που διαθέτουν οι πολιτείες των Ελλήνων, στην Ελλάδα και την Κύπρο. Τέλος, επειδή πολλά λέγονται ακόμα, και θα ειπωθούν και άλλα, και πολλά έγιναν από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, για το διαχωρισμό του πολιτισμού των Ελλήνων σε αρχαίο από τη μια και βυζαντινό - χριστιανικό από την άλλη, πρέπει να ειπωθεί στα σοβαρά, γιατί αυτό ισχύει, ότι απόδειξη για το ενιαίο και το συνεχές του πολιτισμού μας, από την απώτατη ελληνική αρχαιότητα μέχρι σήμερα, είναι η γλώσσα και η μουσική των βυζαντινών ύμνων. Και τα δύο, τη γλώσσα και τη μουσική, τα ίδια, με τις αλλαγές που μόνο ο χρόνος και η δημιουργικότητα των ανθρώπων μπορούσαν να επιφέρουν, τα χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες από την εποχή του Ομήρου μέχρι σήμερα. Γλώσσα και μουσική, τα ελληνικά, είναι τα υλικά για τους ορφικούς και τους βυζαντινούς ύμνους, για την αρχαία τραγωδία και για τη βυζαντινή λειτουργία. Και οι δύο θρησκείες, η αρχαία ελληνική και η χριστιανική, από την ίδια πηγή άντλησαν στήριξη: από τον διαχρονικό μουσικό πολιτισμό της αστείρευτης ελληνικής ψυχής. Σας ευχαριστώ!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου